Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ....ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΛΟΓΑ!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΠΑΡΑΠΑΤΗΜΑΤΑ...

_________Δράττομαι της ευκαιρίας της μεγάλης εορτής της Ορθοδοξίας να παρουσιάσω στην αγάπη των πνευματικών μου τέκνων και των εν Χριστώ αδελφών μου ένα θεολογικό πρόβλημα, που απασχολεί την εκκλησιαστική Κοινότητα. Πρόκειται για ένα νέο ρεύμα, που ακούει στο όνομα "Μεταπατερική Θεολογία".    

_________Από τήν Θεολογική Ακαδημία Βόλου κατά τά τελευταία ετούτα χρόνια εξεπορεύθη μία νεοφανής καί κενοφανής θεολογική κίνηση, η οποία ονομάσθηκε  "Μεταπατερική Θεολογία". Μετέχουν σ' αυτήνΑρχιερείς,Καθηγηταί Πανεπιστημίου, άνθρωποι του πνεύματος, κληρικοί καί λαϊκοί.

_________Παράλληλα άρχισε να σχηματίζεται και να λαμβάνει έκφραση μία αντίρροπη κίνηση, στην οποία μετέχουν ωσαύτως Αρχιερείς, Καθηγηταί Πανεπιστημίου, άνθρωποι του πνεύματος, κληρικοί καί λαϊκοί. Οι παράγοντες του δευτέρου τούτου κλάδου χαρακτηρίζουν τήν Μεταπατερική Θεολογία ως "αίρεση".

_________Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος καί ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος φέρονται ως αποδεχόμενοι την Μεταπατερική Θεολογία καί ως επευλογούντες ταύτην, καθ' όσον εδέχθησαν στο Γραφείο του έκαστος τα Μέλη του Προεδρείου της εν λόγω κινήσεως.

_________Ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, αντιθέτως, την 15ην Φεβρουαρίου ε.έ. διοργάνωσεν Ημερίδα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με θέμα τήν Μεταπατερική Θεολογία ως αίρεση.

_________Η προσωπική μας θέση καί άποψη συνοψίζεται στα εξής: Είναι εκ θεμελίων λανθασμένη η κίνηση αυτή. Καί μόνον ο όρος Μετά-Πατερική Θεολογία οδηγεί τη σκέψη μας -χωρίς ταλαντεύσεις- στην εκδοχή, ότι πέρασε πια η εποχή των Πατέρων της Εκκλησίας, ετελείωσε πιά η δύναμη του λόγου των, ξεπεράσθηκε η σκέψη των, τώρα πια είναι "ντε-μοντέ", δηλ. εκτός μόδας! Χρειαζόμεθα μια νέα θεολογική έκφραση, ώστε να κερδίσουμε τον σύγχρονο άνθρωπο! 

_________Αλλά πράγματι χρειαζόμεθα μία νέα θεολογική έκφραση ή μήπως με την Μεταπατερική Θεολογία φεύγουμε μακρυά από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος; Αυτό είναι ένα ερώτημα, ενώπιον του οποίου οφείλει να τοποθετηθή κάθε Αρχιερεύς, κάθε κληρικός και κάθε πιστός. Πρό πάντων όμως οφείλει να λάβει θέση η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας καί μάλιστα πολύ γρήγορα πρίν ακόμη δημιουργηθή απόστημα στο ιερό Σώμα της Εκκλησίας. 

__________Για να δώσουμε αφορμή για βαθύτερο στοχασμό, αφού προηγουμένως  τοποθετήκαμε εμείς προσωπικά, δημοσιεύουμε στη συνέχεια την Εισήγηση του Ελλογιμωτάτου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Δ. Τσελεγγίδη, που παρουσιάσθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, και παρακαλούμε να μελετηθή με κριτική αλλά και με στοχαστική διάθεση. 

_________Όταν οι Ταγοί της Ορθοδοξίας αποφεύγουν να λάβουν θέση σε θέματα ζωτικά της αμωμήτου πίστεώς μας, τότε ο Λαός αναδεικνύεται, όπως και εξ ορισμού είναι, ο Φρουρός της Πίστεως. Στα θέματα της Ορθοδοξίας δεν μπορούμε να δεσμευόμεθα από φιλίες, πνευματικούς δεσμούς καί άλλες παρόμοιες, -ευλογημένες κατ' αρχήν- σχέσεις! Καθ' όσον "φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δ' όμως η αλήθεια¨ . Καλή Σαρακοστή!

Αίγιον, 4 Μαρτίου 2012, Κυριακή της Ορθοδοξίας

+ Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ

 

ΣΗΜ. Στήν ηλεκτρονική εφημερίδα "Amen.gr" της  1ης Μαρτίου 2012 δημοσιεύθηκε μία αναφορά μας για το παραπάνω ζήτημα, όπως και για δύο ακόμη σοβαρά ζητήματα της εκκλησιαστικής μας ζωής, δηλ. για την οικουμενική κίνηση καί για την μεταγλώττιση των ιερών λειτουργικών κειμένων.  Η αναφορά μας διά του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) διεβιβάσθη στούς Σεβ. Μητροπολίτες πρός ενημέρωσιν. ΔΕΝ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙ¨ΗΘΗΚΕ στόν Τύπο καί τα Μέσα Ενημερώσεως. Παρά ταύτα από κάποιον παραλήπτην διέρρευσε πρός το Πρακτορείον "Amen.gr". Κατόπιν τούτου σε προσεχή μας ανάρτηση θα αναρτήσουμε το κείμενο αυτό υπεύθυνα πρός ενημέρωση των αναγνωστών μας. 

+ ο Κ και Αι Α  

 ***********

  ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Δ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ: 

«ΜΕ­ΤΑ-ΠΑ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΗ» Ή «ΝΕ­Ο­-ΒΑΡ­ΛΑ­Α­ΜΙ­ΤΙ­ΚΗ» ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙΑ;


ΠΕΙΡΑΙΑΣ 15-2-2012

«ΜΕ­ΤΑ-ΠΑ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΗ» Ή «ΝΕ­Ο­-ΒΑΡ­ΛΑ­Α­ΜΙ­ΤΙ­ΚΗ» ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙΑ;
Α­ΓΝΟΙ­Α Ή ΑΡ­ΝΗ­ΣΗ ΤΗΣ Α­ΓΙ­Ο­ΤΗ­ΤΑΣ;
ΚΡΙ­ΤΗ­ΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΩΣ ΚΑΙ Α­ΠΛΑ­ΝΩΣ ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΕΙΝ
Υπότιτλος: Η υπεροψία και η θεολογική εκτροπή  
των επίδοξων «μεταπατερικών» θεολόγων


Για να αποφύγουμε κάθε ενδεχόμενη ορολογική σύγχυση, θα προβούμε ευθύς εξαρχής σε μια απαραίτητη διευκρίνιση του νεόκοπου όρου «μετα-πατερικός». Η νέα αυτή επιστημονική ορολογία επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες, οι επικρατέστερες όμως επιστημονικώς είναι, κατά τη γνώμη μας, οι εξής δύο: α) Όταν στο πρώτο συνθετικό της λέξεως μετα- προσδίδεται χρονική σημασία, οπότε στην προκειμένη περίπτωση γίνεται λόγος για το τέλος της Πατερικής εποχής. Και β) όταν στο πρώτο συνθετικό της λέξεως προσδίδεται κριτική σημασία, οπότε η σύνθετη λέξη «μετα-πατερικός» σημαίνει σχετικοποίηση, μερική η ολική αμφισβήτηση, επαναθεώρηση, νέα ανάγνωση, η και υπέρβαση της θεολογικής σκέψεως των Πατέρων της Εκκλησίας.
 Οι σύγχρονοι επιστήμονες θεολόγοι, που επιχείρησαν έμμεσα η άμεσα να αυτοπροσδιοριστούν ως «μετα-πατερικοί», χρησιμοποίησαν εναλλακτικώς και τις δύο ερμηνείες, κυρίως όμως τη δεύτερη που αναφέρεται στη σχετικοποίηση και τελικά στην υπέρβαση των Πατέρων της Εκκλησίας.
Το καταστρεπτικότερο έργο στις συνειδήσεις του χριστιανικού θεολογικού κόσμου ευρύτερα το έκαναν, κατά τη γνώμη μας, οι Προτεστάντες. Και τούτο, επειδή αυτοί αμφισβήτησαν ευθέως το κύρος των Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας, όπως άλλωστε και τη σύνολη Αποστολική και Πατερική Παράδοσή της. Ταυτόχρονα, ακύρωσαν επισήμως, ουσιαστικά και τυπικά, την αγιότητα όλων των επωνύμων αγίων, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό και την αγιοπνευματική εμπειρία της εκάστοτε στρατευομένης επί γης Εκκλησίας.
Αντίστοιχα, το καταστρεπτικότερο έργο στη δογματική συνείδηση του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας το έκανε και εξακολουθεί να το κάνει ο Οικουμενισμός. Ο Οικουμενισμός αποτελεί σήμερα τον δυσώδη φορέα του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητισμού και κατά συνέπεια τον πιο επίσημο φορέα της επικινδυνότερης πολυ-αιρέσεως όλων των εποχών, επειδή συμβάλλει αποφασιστικά στην άμβλυνση του ορθοδόξου κριτηρίου και της ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας. Συγκεκριμένα, δια των εκπροσώπων του, τοπικώς και διεθνώς, επιχειρεί διαρκώς και βαθμιαίως όλο και μεγαλύτερες «εκπτώσεις» στην εκκλησιολογική-δογματική συνείδηση των ανυποψίαστων πνευματικώς ορθοδόξων πιστών. Και αυτό το επιτυγχάνει ειδικότερα με τη σχετικοποίηση η και την ακύρωση στην πράξη του κύρους της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων, και μάλιστα συλλογικών αποφάσεών τους, στο πλαίσιο των Οικουμενικών Συνόδων. Βλέπε λ.χ. την κατάφορη και κατ’ εξακολούθηση, εδώ και χρόνια, παραβίαση του Β  Κα­νό­να της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, που απαγορεύει ρητώς συμπροσευχή με ακοινώνητους και ετερόδοξους, με τη σαφή απειλή της καθαιρέσεως των κληρικών και του αφορισμού των λαϊκών, που τον παραβιάζουν.
Στο παραπάνω ευρύτερα εκκοσμικευμένο θεολογικό κλίμα, και ειδικότερα και κατεξοχήν στο καθαυτό πνεύμα του Οικουμενισμού, που περιγράψαμε, εντάσσεται οργανικά και το εμφανιζόμενο τον τελευταίο καιρό κίνημα των επίδοξων «μετα-πατερικών» θεολόγων. Ασφαλώς, το κίνημα αυτό έχει σαφώς και προτεσταντικές επιδράσεις, οι οποίες είναι εμφανέστερες, κυρίως, στην επιστημονικού χαρακτήρα τοποθέτηση των «μετα-πατερικών» θεολόγων, έναντι του μέχρι σήμερα διαχρονικού κύρους της θεολογικής διδασκαλίας των αγίων Πατέρων.

Στη σύντομη θεολογική τοποθέτησή μας θα εστιάσουμε κατεξοχήν στο φρόνημα και όχι στο πρόσωπο των «μετα-πατερικών» θεολόγων, καθώς και στα κριτήρια της υποδηλουμένης θεολογίας τους.
Δυστυχώς, οι αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μας «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, με τις παράτολμες, η μάλλον με τις θρασύτατες και ου κατ’ επίγνωσιν, ίσως, διατυπώσεις τους, εμφανίζονται πρακτικώς να αγνοούν πλήρως τι είναι η αγιότητα καθεαυτήν, και κατ’ επέκταση τι είναι καθεαυτήν η αγιοπνευματική ζωή των αγίων, η οποία αποτελεί, κατά την εμπειρία της Εκκλησίας, την θεμελιώδη προϋπόθεση του Ορθοδόξως και απλανώς θεολογείν. Ακόμη ειδικότερα, εμφανίζονται στα κείμενα να αγνοούν, ότι Ορθόδοξη και απλανή θεολογία παράγουν πρωτογενώς μόνον όσοι καθαρίστηκαν από την ακαθαρσία των παθών τους, και κυρίως όσοι φωτίστηκαν και θεώθηκαν από τις άκτιστες ελλάμψεις της θεοποιού Χάριτος. Η επιχειρούμενη, αυθαδώς, υπέρβαση της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων, εκ μέρους των «μετα-πατερικών» θεολόγων, κλονίζει την απαραίτητη για τους πιστούς βεβαιότητα, ως προς την διαχρονική ισχύ της αγιοπατερικής θεολογίας, ενώ παράλληλα εισάγει αθέμιτα και πονηρά την προτεσταντικού τύπου θεολογική πιθανολογία. Με τον τρόπο όμως αυτό, στην πραγματικότητα, «μεταίρονται όρια, α έθεντο οι Πατέρες ημών». Αλλά τούτο παραβιάζει βάναυσα τόσο τον αγιοπατερικό όσο και τον θεόπνευστο βιβλικό λόγο. [Βλ. Παροιμ.]
Με βάση τα παραπάνω (και μόνον αυτά), θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε επιστημονικώς, ότι οι επίδοξοι «μεταπατερικοί» θεολόγοι, σαφώς, δεν έχουν τις προϋποθέσεις της αγιοπατερικής θεολογίας. Γιατί, αλήθεια, πως θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι τις έχουν, όταν συμβαίνει να εισηγούνται αυθαδώς την υπέρβαση των Πατέρων της Εκκλησίας, η όταν επιχειρούν να εισαγάγουν στην εκκλησιαστική θεολογική σκέψη μια Δυτικού τύπου θεολογική και γνωσιολογική πιθανολογία, που ως προϋπόθεσή της έχει την επιστημονική-ακαδημαϊκή θωράκιση και τον θεολογικό στοχασμό; Αυτή καθεαυτήν, άλλωστε, η έπαρση οδηγεί στην απεμπόληση της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εγγυάται την γνησιότητα της ορθόδοξης θεολογίας.
Τα επιστημονικά-ακαδημαϊκά κριτήρια, που εισηγούνται οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, ως τεκμήρια της αντικειμενικότητάς τους, δεν συμπίπτουν απαραιτήτως με τα εκκλησιαστικά κριτήρια του θεολογείν ορθοδόξως και απλανώς, όταν μάλιστα τα κριτήρια αυτά χρησιμοποιούνται απροϋποθέτως. Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική θεολογία έχει σαφώς και κυρίως αγιοπνευματικά κριτήρια. Το κατεξοχήν και κορυφαίο κριτήριο του απλανούς χαρακτήρα της εκκλησιαστικής θεολογίας είναι η αγιότητα των θεοφόρων Πατέρων, οι οποίοι την διατύπωσαν.
Προκαλεί βαθύτατη θλίψη η παχυλή άγνοια και η επ’ αυτής ερειδομένη έπαρση των «μετα-πατερικών» θεολόγων, οι οποίοι επιχειρούν, όλως αμαθώς, να υποκαταστήσουν την ενοχλητική μάλλον γι’ αυτούς αγιοπατερική θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την επικαιροποιημένη επιστημονική-ακαδημαϊκή θεολογία τους. Με την στάση τους αυτή φανερώνουν σαφώς, ότι δεν γνωρίζουν στην πραγματικότητα, πως οι Πατέρες είναι ενεργώς θεοφόροι και άγιοι της Εκκλησίας. Αγνούν όμως κυρίως, ότι η αγιότητα των Αγίων και η αγιότητα του ίδιου του Θεού είναι μία και η αυτή, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Δηλαδή η αγιότητα των αγίων έχει οντολογικό χαρακτήρα και είναι άκτιστη ιδιότητα του Θεού, στην οποία μετέχοντας ο πιστός άμεσα και προσωπικά, και υπό σαφείς εκκλησιαστικές προϋποθέσεις, καθίσταται «εν πάση αισθήσει» κοινωνός της αγιότητας του ίδιου του Θεού. Είναι λοιπόν ευνόητο, ότι ο χαρακτήρας της αγιότητας των αγίων Πατέρων είναι άκτιστος.
Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας εξέφρασαν απλανώς την Αποστολική Παράδοση στην εποχή τους, αφού όμως προηγουμένως την βίωσαν ησυχαστικώς-ασκητικώς και κατεξοχήν μυστηριακώς. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Μ. Βασίλειος, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για να μείνουμε ενδεικτικά μόνον σ’ αυτούς, επικαιροποίησαν την Αποστολική και Πατερική Παράδοση, εκφράζοντας σε λόγια θεολογική γλώσσα αυτό ακριβώς που βίωναν ακτίστως και «εν πάση αισθήσει» και οι άλλοι άγιοι Πατέρες, αλλά και οι ολιγογράμματοι χαρισματούχοι, όπως και οι απλοί θεοφόροι πιστοί στην εποχή τους.
Να επανέλθουμε όμως στα κριτήρια του θεολογείν. Τα επιστημονικά-ακαδημαϊκά κριτήρια είναι κτιστά. Γι’ αυτό, εκτός από το ασφαλέστατο κριτήριο της ακτίστου αγιότητας, η μόνη διασφάλιση για απλανή ορθόδοξη, επιστημονική θεολογία μπορεί να αναζητηθεί, και από τους στερουμένους την αγιότητα επιστήμονες θεολόγους, στο ταπεινό φρόνημα, που ενέχει και εκφράζει η διαχρονικώς εφαρμοζομένη εκκλησιαστική μέθοδος, η οποία σημαίνεται στη γνωστή αγιοπατερική διατύπωση: «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν». Αυτό, άλλωστε, το ταπεινό φρόνημα, το οποίο διασφάλιζε και την αγιότητά τους, είχαν όλοι οι θεοφόροι Πατέρες, που συμμετείχαν στις Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες οριοθέτησαν απλανώς την εκκλησιαστική θεολογία. Ο θεολογικός στοχασμός, στον οποίο αρέσκονται να αναφέρονται οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι και η συνεπαγόμενη θεολογική πιθανολογία, δεν προσιδιάζουν στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική θεολογία, αλλά στην ετερόδοξη και αιρετική, η οποία, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τους θεοφόρους Πατέρες, είναι «τεχνολογία» μάλλον παρά θεολογία. Είναι αξιοσημείωτη στην προκειμένη περίπτωση και η καίρια παρατήρηση του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη (της Κλίμακος), ότι «ο Θεόν μη γνους, (εννοείται εμπειρικώς και βιωματικώς), στοχαστικώς αποφαίνεται» (Βλ. Λόγος Λ ,13). Αλλά και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα χρεώσει στους λατινόφρονες βαρλααμίτες τον χαμαίζηλο και ανθρώπινο θεολογικό στοχασμό, σημειώνοντας αντιθετικώς, ότι «ημείς ου στοχασμοίς ακολουθούντες, αλλά θεολέκτοις λογίοις την ομολογίαν της πίστεως πεπλουτήκαμεν» (βλ. Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, Λόγος Β , 18).
Αλλά, όταν αγνοείται και παραμερίζεται η αγιότητα, η έστω η Ορθόδοξη θεολογική μεθοδολογία του «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν», είναι αναπόφευκτη η υιοθέτηση του «ελεύθερου» θεολογικού στοχασμού και της θεολογικής πιθανολογίας. Τούτο όμως οδηγεί ουσιαστικά σε μια «νεο-βαρλααμιτική» θεολογία, που είναι ανθρωποκεντρική και ως κριτήριό της έχει την αυτονομημένη λογική. Όπως δηλαδή ο Βαρλαάμ και οι οπαδοί του αμφισβήτησαν τον άκτιστο χαρακτήρα του θείου φωτός και της θείας Χάριτος, έτσι και οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι σήμερα παραγνωρίζουν στην πράξη τον άκτιστο και άρα διαχρονικό χαρακτήρα της αγιότητας και της διδασκαλίας των θεοφόρων Πατέρων, τους οποίους αξιώνουν να υποκαταστήσουν στη διδασκαλία, παράγοντας, κατά τη γνώμη τους, οι ίδιοι πλέον πρωτογενή θεολογία. Αυτό δεν αποτελεί μία εξωτερικού χαρακτήρα Πατρομαχία, αλλά κυρίως συνιστά μία Θεομαχία, επειδή εκείνο που καθιστά τους Πατέρες της Εκκλησίας όντως Πατέρες είναι η άκτιστη αγιότητά τους, την οποία έμμεσα αλλά ουσιαστικά παραμερίζουν και ακυρώνουν με όσα εισηγούνται με την «μετα-πατερική» θεολογία τους.
Η «μετα-πατερική» θεολογία, σύμφωνα με τα κριτήρια της Εκκλησίας, που προαναφέραμε, είναι απόδειξη επηρμένης διανοίας. Γι’ αυτό και είναι αδύνατη η εκκλησιαστική νομιμοποίησή της. Η εκκλησιαστική θεολογία είναι ταπεινή και είναι πάντοτε «επόμενη τοις αγίοις Πατράσιν». Αυτό δεν σημαίνει, ότι η εκκλησιαστική θεολογία στερείται πρωτοτυπίας, δυναμισμού, ανανεωτικού πνεύματος και επικαιρότητας. Απεναντίας, έχει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, γιατί αποτελεί έκφραση της ζώσας παρουσίας του Αγίου Πνεύματος σ’ εκείνον, που θεολογεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας εξέφρασαν όσα βίωσαν από την ενεργοποίηση της προσωπικής τους Πεντηκοστής, πάντοτε όμως, πρακτικώς, «επόμενοι» και εν συμφωνία με τους προγενεστέρους θεοφόρους Πατέρες.
Η Ορθόδοξη επιστημονική ακαδημαϊκή θεολογία δεν καλείται, βεβαίως, να υποκαταστήσει την αγιοπατερική – χαρισματική θεολογία, ούτε όμως δικαιούται να παρουσιάζει άλλην, εκτός από την αυθεντική θεολογία της Εκκλησίας. Το έργο της είναι να προσεγγίζει, να διερευνά και να παρουσιάζει επιστημονικά το περιεχόμενο της πρωτογενούς θεολογίας της Εκκλησίας, να διακρίνει και να γνωστοποιεί τα κριτήρια της αληθινής θεολογίας. Με τον τρόπο αυτό θα πετυχαίνεται και θα ισχυροποιείται όλο και περισσότερο η σύζευξη της αγιοπατερικής – χαρισματικής θεολογίας με την επιστημονική θεολογία. Και όλα αυτά θα προωθούνται, μόνον όταν οι εκφραστές της επιστημονικής θεολογίας δεν θα είναι προσωπικώς άμοιροι των αγιοπνευματικών προϋποθέσεων και άγευστοι των εκκλησιολογικών βιωματικών δεδομένων.
Η επιστημονική και η ακαδημαϊκή θεολογία, όταν δεν έχει τις παραπάνω προδιαγραφές, όταν στερείται την βιωματικώς εκκλησιολογική εκφορά της, είναι στοχαστική θεολογία και πτωχή πνευματικώς. Προσεγγίζει μόνο με κτιστό τρόπο την πραγματικότητα του κόσμου και της ζωής, και εκφράζει, στην καλύτερη περίπτωση, ελλιπώς τα πράγματα, και σε ορισμένες περιπτώσεις, δυστυχώς, από εσφαλμένα έως και αιρετικά.
Έχουμε την γνώμη, ότι αν οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι είχαν τις αγιοπνευματικές προϋποθέσεις των Πατέρων, θα επιχειρούσαν ταπεινά και αθόρυβα να ορθοτομήσουν την αλήθεια για την εποχή τους, χωρίς απαξιωτικές η έστω αμφίσημες αναφορές στους αγίους Πατέρες. Και, αν τους δικαίωναν τα πράγματα, τότε ασφαλώς θα ήταν αυτοί οι εκφραστές της ζωντανής Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας. Τούτο όμως θα σήμαινε, αναπόφευκτα, ότι δεν θα ήταν τα λεγόμενά τους αντίθετα με τα λεγόμενα των Αγίων πατέρων διαχρονικώς και ιδιαίτερα δεν θα έρχονταν σε αντίθεση με αποφάσεις τους σε Οικουμενικές Συνόδους. Έτσι, θα ήταν περιττός όλος αυτός ο θόρυβος, σχετικά με την «μετα-πατερική» θεολογία. Όμως, οι επίδοξοι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι γνωρίζουν πολύ καλά, ότι η διδασκαλία των αγίων Πατέρων θέτει σαφή όρια, τα οποία είτε δεν τους ευνοούν προσωπικώς, είτε εμποδίζουν τους στρατηγικούς στόχους, οι οποίοι υπηρετούν τον αγαπημένο τους Οικουμενισμό. Αυτή είναι η αλήθεια. Όλα τα άλλα είναι απλώς το επιμελημένο περιτύλιγμα!
Συμπερασματικά, τέλος, θα μπορούσαμε αβίαστα να υποστηρίξουμε, ότι η «μετα-πατερική» θεολογία συνιστά σαφή και κραυγαλέα απόκλιση τόσο από τη μέθοδο όσο και από το φρόνημα των Αγίων Πατέρων. Απόκλιση δηλαδή από την παραδοσιακή θεολογία, τόσο ως προς τον τρόπο, τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια του Ορθοδόξως θεολογείν, όσο και ως προς το περιεχόμενο της εκκλησιαστικής αγιοπατερικής θεολογίας.

ΠΗΓΗ: ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ: ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Δ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ: «ΜΕ­ΤΑ-ΠΑ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΗ» Ή «ΝΕ­Ο­-ΒΑΡ­ΛΑ­Α­ΜΙ­ΤΙ­ΚΗ» ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙΑ; http://orthodoxia-pateriki.blogspot.com/2012/02/blog-post_18.html#ixzz1mukidZ45 
ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ 
 
****************
Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α  –  Ψ Η Φ Ι Σ Μ Α
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΗΜΕΡΙΔΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΜΕ ΘΕΜΑ:
«ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΙΡΕΣΗ»

Σήμερα Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012 και ώρα 4.00 μ.μ. στον Πειραιά, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με πρωτοβουλία της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς συνεκλήθη Θεολογική-Επιστημονική Ημερίδα με θέμα «Πατερική Θεολογία και Μεταπατερική Αίρεση», την οποία ετίμησαν με την παρουσία των Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς, Καθηγούμενοι και Γερόντισσες Ιερών Μονών, Θεολόγοι και γύρω στους χίλιους πεντακόσιους πιστούς.
Το γενικό θέμα της Ημερίδος αναπτύχθηκε σε δύο συνεδρίες από τους εισηγητές: τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, τους πανεπιστημιακούς καθηγητές π. Γεώργιο Μεταλληνό, π. Θεόδωρο Ζήση, Δημήτριο Τσελεγγίδη, Λάμπρο Σιάσο, Ιωάννη Κουρεμπελέ και τον ερευνητή Ιωάννη Μαρκά.
Από τις εισηγήσεις και την επακολουθήσασα συζήτηση προέκυψε και εγκρίθηκε ομοφώνως το παρακάτω Ψήφισμα-Πόρισμα:
«Ο νεοφανής, για τα ελληνικά δεδομένα, όρος μεταπατερική η συναφειακή θεολογία είναι δανεισμένος από τον Προτεσταντισμό, όπου χρησιμοποιείται εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια, για να δηλώσει την κατ' αυτούς ανάγκη το βάρος να δίδεται στη μαρτυρία των «εκκλησιών» σε κοινωνικά θέματα και όχι σε θέματα πίστεως, διότι «τα δόγματα χωρίζουν.
Το σύνθημα των μεταπατερικών για «υπέρβαση των Πατέρων» είναι εξ επόψεως Ορθοδόξου άστοχο, αν όχι και βλάσφημο, διότι Θεολογία χωρίς άσκηση και Εκκλησία χωρίς Πατέρες, δηλαδή χωρίς αγίους, δεν νοείται. Εκκλησία χωρίς Πατέρες θα ήταν ένα «ψευδεπίγραφο χριστιανικό προτεσταντικό μόρφωμα, το οποίο δεν θα είχε καμμία σχέση με την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως.
Το καταστρεπτικότερο έργο στη δογματική συνείδηση των Ορθοδόξων πιστών γίνεται από τον Οικουμενισμό, επειδή αυτός σχετικοποιεί, αλλά και ακυρώνει στην πράξη το διαχρονικό κύρος της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων. Στο πνεύμα του Οικουμενισμού εντάσσεται οργανικά και το νεόκοπο κίνημα των «μετα-πατερικών» θελόγων. Οι θεολόγοι αυτοί εμφανίζονται στα κείμενά τους να αγνοούν, ότι Ορθόδοξη και απλανή θεολογία παράγουν πρωτογενώς μόνον όσοι καθαρίσθηκαν από τα πάθη τους και φωτίσθηκαν από το άκτιστο φως της θείας Χάριτος, και ότι κατ' εξοχήν κριτήριο του απλανούς χαρακτήρα της εκκλησιαστικής θεολογίας είναι η αγιότητα των θεοφόρων Πατέρων, οι οποίοι την διετύπωσαν.
Όταν αγνοείται και παραμερίζεται η αγιότητα η έστω η Ορθόδοξη θεολογική μεθοδολογία του «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν», είναι αναπόφευκτη η υιοθέτηση του «ελεύθερου» στοχασμού και της θεολογικής πιθανολογίας. Τούτο όμως οδηγεί σε μία «νεο-βαρλααμική» θεολογία, που είναι ανθρωποκεντρική και ως κριτήριο έχει την αυτονομημένη λογική.
Η «μεταπατερική» θεολογία, σύμφωνα με τα κριτήρια της Εκκλησίας, είναι απόδειξη επηρμένης διανοίας. Γι' αυτό και είναι αδύνατη η εκκλησιαστική νομιμοποίησή της.
Η Ορθόδοξη επιστημονική-ακαδημαϊκή θεολογία δεν καλείται να υποκαταστήσει την αγιοπατερική-χαρισματική θεολογία, ούτε όμως δικαιούται να παρουσιάσει άλλην, εκτός από την αυθεντική θεολογία της Εκκλησίας.
Οι επίδοξοι «μεταπατερικοί» θεολόγοι αρνούνται τα σαφή όρια, τα οποία η πατερική Θεολογία θέτει μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως, με αποτέλεσμα να υιοθετούν ένα μάλλον συγκρητιστικό μοντέλο.
Η «μετα-πατερική» θεολογία αποκλίνει σαφώς από την παραδοσιακή θεολογία, τόσο ως προς τον τρόπο, τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια του ορθοδόξως και απλανώς θεολογείν, όσον και ως προς το περιεχόμενο της εκκλησιαστικής αγιοπατερικής θεολογίας.
Οι «μεταπατερικοί» θεολόγοι αποδεικνύονται «μη ανεκτικοί απέναντι στο διαφορετικό», κατηγορώντας για «πατερικό φονταμενταλισμό» όσους δεν συμφωνούν μαζί τους και ασκούν κριτική στις καινοφανείς θεωρίες τους.
Είναι μεγάλη ευθύνη των εκκλησιαστικών ηγεσιών για την αποφυγή αλλοίωσεως της Ορθοδόξου πίστεως, Θεολογίας και μαρτυρίας σήμερα.
Η λεγομένη μεταπατερική θεολογία κινείται σε φιλοσοφική και στοχαστική προοπτική, και οδηγεί κατ' ευθείαν στον Προτεσταντισμό.
Η Εκκλησία δεν είναι μόνον Αποστολική, αλλά και Πατερική και αποτελεί περιφανή νίκη των Αγίων Πατέρων, ότι οι «μεταπατερικοί» θεολόγοι δεν μπορούν να διαλεχθούν και να αντιμετωπίσουν την διδασκαλία τους και αλλάζουν δρόμο διαγράφοντάς τους.
Οι της  Εκκλησίας θα συνεχίσουμε να ακολουθούμε τους Αγίους Πατέρες, «επόμενοι τοις θείοις Πατράσι», να μη μετακινούμε η υπερβαίνουμε τα όρια εκείνα τα οποία εκείνοι έθεσαν.
Προτρέπουμε στην αφύπνιση της πατερικής συνειδήσεως όλων σε συνδυασμό με την επιβαλλομένη επαγρύπνηση των εκκλησιαστικών ποιμένων για να συμβάλλουμε αποφασιστικά στην αποτροπή της επιχειρουμένης με ύπουλο τρόπο αλλοιώσεως».

Άπαντες οι συμμετέχοντες στην Θεολογική ημερίδα