Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΣΗΜΕΡΑ...


Οι Τρεις Ιεράρχες σήμερα…[1]

«Δεν μπορούμε να ελπίζουμε…έχοντας πάψει να λειτουργούμε πάνω στις ρίζες μας»                                                                                                                                    Νικηφόρος Βρεττάκος
«Όλοι σχεδόν οι Κοινωνιολόγοι της Δύσεως «κατάκλεψαν»  τους Πατέρες, εμείς  τι κάνουμε;»                                                                                             Κώστας Σαρδελής

Μέρα γιορτινή η σημερινή και μάλιστα διπλά γιορτινή. Γιορτή της Ορθοδοξίας και της Ελληνικής Παιδείας δηλαδή των ελληνικών γραμμάτων. Αυτές οι δυο έννοιες Ορθοδοξία και Παιδεία είναι το υπόβαθρο οι συνεκτικοί δεσμοί της πονεμένης Ρωμιοσύνης όπως έλεγε ο Φώτης Κόντογλου, ο μεγάλος αυτός πνευματικός άνθρωπος, από το Αϊβαλί της Μ.Ασίας. Εορτή όμως και των Τριών Ιεραρχών. Εκείνος που αποτολμά να μιλήσει για τρεις Ιεράρχες βρίσκεται μπρος σε ανυπέρβλητες δυσχέρειες. Όχι για το τι πρέπει να πει αλλά για το τι επιτρέπεται να παραλείψει από μια ζωή τόσο υποδειγματική, μια ενεργητικότητα τόσο πολύπλευρη και μια συγγραφική παραγωγή τόσο πλούσια όχι ενός , αλλά τριών ανδρών, που αναδείχτηκαν τιτάνες του πνεύματος και της αρετής. Ωστόσο θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε στα όρια του επιτρεπτού μοναδική προσφορά τους και να την τοποθετήσουμε στο σήμερα…
Οι τρεις Ιεράρχες δεν είναι απλώς κάποια πρόσωπα της ιστορίας της εκκλησίας μας ούτε μόνο λόγιοι και λογοτέχνες, φιλόλογοι ή φιλόσοφοι αλλά δυνατά πνεύματα και «φωστήρες της τρισηλίου θεότητος» με θαυμαστή πολυμέρεια γνώσεων και καταπληκτική μόρφωση νου και ψυχής.
Είναι οι συνεχιστές και θεράποντες της Ελληνικής γλώσσας και αυτοί που καλλιέργησαν την ελληνική σκέψη και φιλοσοφία και την απεκάθαραν και τελικά κράτησαν ό,τι υγιές είχε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός.
Είναι αυτοί στο πρόσωπο των οποίων ενσαρκώνεται η αληθινή παιδεία γιατί συνέζευξαν αρμονικά επιστήμη και πίστη, αρετή και γνώση, αγιότητα και σοφία δραστηριότητα και χριστιανική θεωρία ,αυτοί που «εβίωσαν» την αγιότητα με μια δημιουργική και ηρωική δραστηριότητα.
Οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν Πρωτοπόροι όχι μόνο στο βαθύ νόημα της Παιδείας αλλά και στον τρόπο προσφοράς της,  δηλαδή της Εκπαίδευσης με παιδαγωγικές αρχές , ιδέες και μεθόδους αποδοτικές και διαχρονικής αξίας.[2]
Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, αυτή που απελευθερώνει τον άνθρωπο, μακριά από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και φοβίες. Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς όχι μόνο της εποχής τους αλλά και διαχρονικά στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ο Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου κάνει 7.000 παραπομπές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη. Οποιοσδήποτε από τους παρόντες έχει ασχοληθεί με στοιχειώδη επιστημονική έρευνα κατανοεί το μέγεθος του παραπάνω εγχειρήματος.
Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν κατ’ επανάληψιν στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς ευρύτητα γνώσεων, χωρίς γενικότερο προβληματισμό. Τους ήθελαν μέσα στην κοινωνία και τη ζωή, μετόχους των κοινωνικών ανησυχιών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Ο Χρυσόστομος τους προτείνει να σπουδάσουν πρώτα στα δημόσια ειδωλολατρικά σχολεία κι όχι στα μοναστήρια, ενώ ο Μ. Βασίλειος στέλνει στον εθνικό Λιβάνιο φτωχούς χριστιανούς νέους για να σπουδάσουν κοντά του, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να υμνήσει την αξία της φιλοσοφίας και της προσφοράς της στη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων.
Και οι τρείς αντιδρούν σε μια επιφανειακή πνευματικότητα, σε ένα ακίνδυνο χριστιανισμό, σε μια πίστη που τυφλώνει και σε μια εκκλησία που δεν είναι η οδός της αληθινής σωτηρίας και ζωής, αλλά ένα μέσο στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση ανθρώπων και λαών. Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια. Ενώ ούτε ένα οβολό δε δίνουν στους θλιβόμενους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».[3]
Αν ο Ιωάννης αυστηρότατος στο ήθος, ζητώντας από τον εαυτό του περισσότερα από όσα ζητούσε από τους άλλους, παρηγόρησε και ενίσχυσε ηθικά πάντοτε τους πολλούς και τους αδύνατους και εμαστίγωσε τους ισχυρούς, τους πλούσιους και την αυτοκράτειρα Ευδοξία, ο Γρηγόριος και ο Βασίλειος, οι δυο αδελφικοί φίλοι, αρκετά πρεσβύτεροι από τον Ιωάννη, σημειώνουν με την αδιαίρετη ηθική παρουσία τους ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα γεγονότα του Χριστιανισμού. Φιλάνθρωποι, απαλοί και ευαίσθητοι (ο Γρηγόριος ήταν μάλιστα πιο ευαίσθητος απ’ ό,τι έπρεπε κι έτσι δεν διακρίθηκε στη διοίκηση της Εκκλησίας), αφιερωμένοι στο πνεύμα και στο ήθος του Χριστιανισμού (χωρίς να μπορούν, στις μέρες που έζησαν, να παραμελήσουν και το γράμμα και το δόγμα), άνθρωποι της δημιουργικής μοναξιάς που τους έκαμε να γράψουν σελίδες γεμάτες ηθική σοφία, οι δυο φίλοι στερέωσαν όχι μόνο την εκκλησία αλλά κι τις ψυχές των πιστών. Ο Γρηγόριος αδιαφορούσε για τα αξιώματα (δεν του ταίριαζε η εξουσία, ούτε καν η εκκλησιαστική), ενώ ο Βασίλειος την ασκούσε για να βοηθάει τους φτωχούς και τους άρρωστους, αλλά και για να αντιστέκεται στους ισχυρούς, όπως αντιστάθηκε στον αυτοκράτορα Ουάλη, αδιαφορώντας για τις απειλές και τις διώξεις[4].

Μέγας Βασίλειος (329 μ.Χ., Νεοκαισάρεια του Πόντου-
Ο Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας, ο ουρανοφάντωρ και Μέγας: «Ο αληθώς του Ευαγγελίου επίσκοπος, ο πατήρ του λαού, ο φίλος των δυστυχών, αδιάσειστος στην πίστη, ανεξάντλητος στην ελεημοσύνη», κατά τον Κων/νο Παπαρηγόπουλο, υπήρξε κήρυκας της φιλανθρωπίας που ο ίδιος έκαμε άξονα της ζωής του. Είχε τεράστια μόρφωση της τότε εποχής, ρητορική, φυσική, μετεωρολογία, γεωλογία, μαθηματικά, φιλοσοφία, αστρονομία, ιατρική, με σπουδές στην Αθήνα κυρίως. Στις διατριβές του παρελαύνουν ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Αιλιανός αλλά και ο Πλάτωνας, Πλωτίνος, Στωϊκοί.
Είναι ο πατέρας της ιδέας ότι ο άνθρωπος είναι διαχειριστής και όχι ιδιοκτήτης του πλούτου.[5] Προσπαθεί να αναβιώσει την κοινοκτημοσύνη της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων. Καταδικάζει την ατομική ιδιοκτησία, την αδικία, τον πλούτο. Κηρύσσει την ισοτιμία των ανθρώπων μεταξύ τους. Αρνείται ότι μπορεί κάποιος να είναι δούλος, εξ αιτίας των πολιτικών και κοινωνικών του πεποιθήσεων. Όλοι οι άνθρωποι είναι ομότιμοι μπροστά στο Θεό. Τα αγαθά προορίζονται για όλους τους ανθρώπους. Η υπέρβαση του μέτρου στις εκδηλώσεις της ζωής οδηγεί στον εγωισμό, στην πλεονεξία, στην κοινωνική αδικία και απανθρωπιά. Αυτό που κάνουν οι πλούσιοι να μαζεύουν τα αγαθά που είναι κοινά για όλους τους ανθρώπους, και να τα θεωρούν αποκλειστικά δικά τους, είναι αδικία. Και δίνει πρώτος το παράδειγμα: Όλη του την περιουσία τη διαθέτει στους φτωχούς και χτίζει την περίφημη Βασιλειάδα, ένα ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα από νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, σχολείο στα οποία η φτωχολογιά εύρισκε προστασία και οι ανήμποροι καταφύγιο. Κι όταν το 367 πλήττει την Καισάρεια μεγάλη πείνα ο Μ. Βασίλειος οργανώνει λαϊκά συσσίτια και στηλιτεύει τους μαυραγορίτες που πλουτίζουν, χωρίς αιδώ, χωρίς έλεος. Και τους λέγει: δεν έχετε το δικαίωμα να βάζετε το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο.
Πέρα όμως από αυτό ο μεγάλος αυτός πατέρας της Ορθοδόξου εκκλησίας, ήταν όπως λέμε σήμερα και ακτιβιστής οικολόγος. Ακούστε τι λέει για την μόλυνση του περιβάλλοντος, από την αλόγιστη εκμετάλλευση και φθορά του φυσικού πλούτου. Η κατασπατάληση των πηγών ενέργειας, χάριν του κέρδους άλλαξαν την φύση, και το κλίμα, αλλόκοτα δηλαδή αφύσικα, τροποποιήθηκε. Ακραία καιρικά φαινόμενα κάνουν την εμφάνισή τους: Δριμείς χειμώνες, αυξημένη υγρασία, καύσωνες, καταρρακτώδεις βροχές και ποικίλες άλλες μετεωρολογικές μεταλλάξεις προκαλούνται. Αυτές οι κλιματικές μεταβολές ξεπέρασαν τα φυσικά όρια και βλάπτουν και θανατώνουν τους ανθρώπους. Ποια είναι η αιτία της κλιματικής αυτής διαταραχής; Από πού προέρχονται τα καινοφανή αυτά κλιματικά φαινόμενα; Και απαντά ο ίδιος: "από την κατασπατάληση των φυσικών πόρων, χάριν του κέρδους". Ακούγοντας αυτές τις οικολογικές θέσεις του Μ. Βασίλειου δεν νομίζετε ότι ακούτε ανθρώπους της Γκριν-Πις (GreenPeace) του καιρού μας;
Γρηγόριος ο Θεολόγος(329 μ.Χ., Νανζιανζός Καππαδοκίας-
Ο Γρηγόριος, ο Θεολόγος, επίσκοπος Ναζιανζού και Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ο θεολογικώτερος και ελληνικότερος όλων, προστάτευε τον λαό από την αυταρχική συμπεριφορά των επιτρόπων του Αυτοκράτορα, και δεν σταματούσε να ζητά δικαιοσύνη και επιείκεια. Αποδέχτηκε, όχι χωρίς δισταγμούς, την πρόσκλησή του στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Θεοδόσιος τον εγκατέστησε πανηγυρικά στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Όμως όταν δημιουργήθηκε ζήτημα στην σύνοδο και διαμάχη ξέσπασε στην Εκκλησία, ο Γρηγόριος δείχνοντας στην πράξη την ταπεινότητα, αποσύρθηκε από το θρόνο για την ειρήνευση, δυο χρόνια από τότε που ανέλαβε.
Χαρισματική μορφή, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους διανοητές των αιώνων και ίσως ο πρώτος από τους πιο αξιόλογους στοχαστές. Συνδυάζει θαυμάσια τη φιλοσοφική διανόηση με την αλήθεια του χριστιανισμού, πλουτίζει με νέες λέξεις και εκφράσεις τη Θεολογία, δικαιώνοντας απολύτως το όνομα του Θεολόγου. Όποιος μελετήσει κείμενα του Γρηγορίου θα μείνει έκπληκτος για το ύψος της σκέψης του και το βάθος των συλλογισμών του. Πουθενά η προχειρότητα, το έωλο και το σαθρό. Ο λόγος του έχει τόση νοηματική πύκνωση που για να τον προσεγγίσεις απαιτείται υψηλή αυτοσυγκέντρωση. Δεινός χειριστής του προφορικού και του γραπτού λόγου. Κινείται με άνεση – με ευχέρεια – από την ομηρική μέχρι την αττική των ελληνιστικών χρόνων, και όταν γράφει ποίηση ( και έγραψε πολλή: 18 χιλιάδες στίχοι, διαμοιρασμένοι σε 407 ποιήματα), ιδιαίτερα έμμετρη, χρησιμοποιεί και ομηρικούς τύπους. Όταν όμως απευθύνεται στο λαό χρησιμοποιεί τη γλώσσα της εποχής του, για να συγκινήσει το εκκλησιαστικό πλήρωμα. Ο Γρηγόριος θεωρείται ο λογοτεχνικότερος και χαριέστερος των πατέρων της εκκλησίας γιατί συνδυάζει τους νόμους της λογικής με τους κανόνες της αισθητικής. Στερεότητα λόγου με λεπτότητα έκφρασης. Τα κείμενα του θεωρούνται μνημειώδη και κλασσικά γι' αυτό το λόγο, όλοι οι υμνογράφοι της Εκκλησιαστικής μας ποίησης, όπως ο Ρωμανός ο μελωδός, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και πολλοί άλλοι, τα χρησιμοποιούν σαν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης των ύμνων τους.[6] Πέρα όμως από αυτή τη διάσταση της δράσης του, ο Αγιος Γρηγόριος, αυτός ο υψιπετών νους, αναπτύσσει και αντιαιρετική δράση. Στην εποχή του αναπτύσσονται πολλά αιρετικά ρεύματα, αιρετικές τάσεις. Όλα αυτά τα απύλωτα στόματα των αιρετικών που διαστρέφουν και κακοποιούν τις χριστιανικές αλήθειες, τα αποστομώνει με τη θεολογική του ρομφαία, δηλ. την πύρινη θεολογική του επιχειρηματολογία. Σ' αυτόν τον τομέα της θρησκευτικής ζωής του βυζαντινού κράτους, ο Άγιος Γρηγόριος, αυτό το θερμοκήπιο των χριστιανικών αρετών, αυτός ο αετός της θεολογίας αναδεικνύεται δεσπόζουσα μορφή του αγώνα εναντίων των αιρετικών, ο κυματοθραύστης των αιρετικών τάσεων. Αυτή η θεηγόρος φωνή, αυτό το φωτεινό πνεύμα συναρπάζει και συνεγείρει, γοητεύει και σαγηνεύει τους πιστούς και φυτεύει στις ψυχές τους τα μυρίπνοα άνθη της χριστιανικής ορθόδοξης θεολογίας για να αντιστέκονται σθεναρά στους αιρετικούς. Έτσι ο Γρηγόριος με τη στέρεη θεολογική του αρματωσιά και την πνευματική του θωράκιση, κατόρθωσε να στερεώσει και να παγιώσει τις χριστιανικές αλήθειες στη συνείδηση των πιστών.

Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Αντιόχεια το 347 μ.Χ.-

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ορφάνεψε από τα γεννοφάσκια του. Παρά την ορφάνια του και τη φτώχεια του μπόρεσε χάρη στη μητέρα του την Ανθούσα να σπουδάσει φιλοσοφία, νομικά, ρητορική και θεολογία. Να αποκτήσει δηλαδή στέρεη πνευματική θωράκιση.
Με τους λόγους και τη ρητορική του δεινότητα, με τη σαφήνεια κι την κομψότητα της εκφράσεως, θεωρείται ότι υπερέβαλε όλους τους σοφούς και τους ρήτορες των Ελλήνων. Υπήρξε ο πολυγραφότερος των Ελλήνων πατέρων της Εκκλησίας. Διασαφήνισε και ερμήνευσε τόσο τέλεια την Αγία Γραφή όσο κανένας άλλος. Μέγιστος στην αρετή, στην πράξη και τη θεωρία είναι αξιοζήλευτο παράδειγμα φιλαδέλφου ποιμένος και διδασκάλου.
 Ακούστε δειγματοληπτικά μερικές από τις πάγιες θέσεις του. Το δράμα της φτωχολογιάς τον συγκλονίζει. Αρνείται τη διάκριση πλούσιων και φτωχών. Εξεγείρεται για όλους τους κατατρεγμένους προκειμένου να βρούν τα δίκαια τους. Καταγγέλλει, δραστηριοποιείται για να ανακουφίσει του πάσχοντες. Στις μέρες του η εκκλησία της Κωνσταντινούπολης τρέφει 7.000 φτωχούς. Εκφωνεί πύρινους λόγους. Ακούστε τι κηρύττει: "Δεν είναι με κανένα τρόπο δυνατό να γίνεται κάποιος πλούσιος χωρίς να αδικεί". Αν κάποιος πει ότι κληρονόμησε τον πλούτο από τον πατέρα του, πάλι με άδικα μέσα θα έχει πλουτίσει. Γιατί κληρονόμησε προϊόντα της αδικίας …" ,και αλλού λέγει: "Τα αγαθά ανήκουν στο Θεό και ό,τι προσφέρει ο Κύριος είναι κοινά …". Και συνεχίζει: "δικό μου και δικό σου, είναι λέξεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί τα πάντα από τον Χριστό τα έχουμε πάρει: Όταν τα θεωρείς κοινά, τότε είναι και δικά σου και του συνανθρώπου σου όπως ακριβώς είναι κοινός ο ήλιος και ο αέρας και η γη και όλα τα υπόλοιπα φυσικά αγαθά …".
{Εκτός των ατέλειωτων βασάνων που υπέστη στην εποχή του, σήμερα φαίνεται ότι «ενοχλεί» ακόμα, 1600 τόσα χρόνια μετά, αφού του προσγράφουν πολλά, θεωρώντας τον σε Ευρώπη και Αμερική ως τον μεγαλύτερο αντισημίτη των αιώνων λόγω των επιστολών του «κατά Ιουδαίων». Όμως, ο Ιωάννης Χρυσόστομος ήταν απλώς ένας μεγάλος θεολόγος που προσπάθησε να προστατεύσει τους πιστούς από τις κακοδοξίες και την εσφαλμένη ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης από τους Ιουδαίους, τους οποίους ακολουθούσαν σε πολλά οι τότε Χριστιανοί}.
Ψυχολόγος καταπληκτικός, εμβριθής κοινωνιολόγος, μέγας παιδαγωγός. ανάλυσε και διατύπωσε αξεπέραστες αλήθειες, για το δάσκαλο, τη συμπεριφορά του προς το μαθητή και την αξία της παιδαγωγίας. Αλλά και για το μαθητή, το παιδί, νουθεσίες για τη συμπεριφορά προς τους γονείς, τους δασκάλους. Για την οικογένεια, οδηγίες ζωής για τη σχέση μεταξύ των συζύγων, των γονέων προς τα παιδιά.
Συμβουλεύει σε όλα, την όντως ζωή, με τον τέλειο προσανατολισμό, προς την αγάπη, που είναι ο Θεός.
Συμβουλές και προς τους άρχοντες και την κοσμική εξουσία:
«Να φοβούμεθα και να τρέμουμε και εξ αιτίας της συνειδήσεώς μας και εξ αιτίας του βάρους της εξουσίας, και ούτε να παραπονούμεθα, όταν η εξουσία κάποτε μας ανατεθεί, ούτε, εάν δεν μας ανατεθεί να την επιδιώκουμε. Φυσικά, ο άρχοντας οφείλει την αγάπη προς τον πολίτη, (ο οποίος πολίτης, οφείλει υπακοή). Εξάλλου υπουργός σημαίνει υπηρέτης».
«Ο άρχοντας», συνεχίζει ο Ιω. Χρυσόστομος, «δεν πρέπει να υπερέχει από τους αρχόμενους στις τιμές, αλλά στις αρετές. Όσο μεγαλύτερο είναι ένα πολιτικό αξίωμα, τόσο μεγαλύτεροι είναι οι κίνδυνοι για εκείνον. Διότι, αρκεί ένα μόνο κατόρθωμα να τον ανεβάσει στον ουρανό της αλαζονείας. Η κενοδοξία τότε επιτίθεται σφοδρότατα και η φιλαργυρία και η αυθάδεια, επειδή η εξουσία παρέχει τέτοια δυνατότητα, Ώστε τέλος γεννά και δυσαρέσκειες στο φτωχό λαό».
«Η παιδαγωγική», τόνιζε, «είναι ανώτερη από κάθε άλλη τέχνη, γιατί διαπλάθει ψυχές. Ο δάσκαλος, δεν πρέπει να παραμένει ένας απλός αναμεταδότης γνώσεων, αλλά να είναι αξιόπιστος, έχοντας πάντα ως κίνητρό του την αγάπη. Αποτέλεσμα της αγάπης είναι ο σεβασμός προς τον μαθητή, και η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του καθενός, ώστε να υπάρχουν διδακτικές μέθοδοι προσαρμοσμένες στον κάθε διδασκόμενο» (αρχή εξατομίκευσης της διδασκαλίας κατα Yung).
Όμως, επιμένει στο χαρακτήρα του δασκάλου. Πρέπει να έχει φιλοστοργία, αυταπάρνηση και διάθεση θυσίας, να είναι απαλλαγμένος από την υπερηφάνεια και την αλαζονεία. Να διαπαιδαγωγεί επιβεβαιώνοντας τα όσα διδάσκει.
Λάθος χαρακτηρίζεται και η σήμερα εφαρμοζόμενη υπερβολική παροχή γνώσεων συγκρίνοντάς την με το υπερβολικό φαγητό που δεν μπορεί να χωνευτεί και αποβάλλεται. Επιστέγασμα του μεγάλου ανδρός η ρήση:
«Η  άγρια διαμάχη γύρω από το δικό μου και το δικό σου αποτελεί τη ρίζα όλων των κοινωνικών κακών, που αναστατώνουν και δηλητηριάζουν τα ζώα της ανθρωπότητας: Όπου γαρ χρήματα, εκεί έχθρας υπόθεσις και μυρίων πολέμων».
Και του Βασιλείου το ψυχικό μεγαλείο και του Γρηγορίου η θεοκέλευστος γλώσσα και του Ιωάννου η χρυσή διδαχή είναι θησαυρισμένα σε συγγράμματα για τη τέλεια αρμονία, το πνευματικό ύψος και το λεκτικό κάλλος των οποίων έχουν γραφεί πολλά και θα γραφούν περισσότερα.
Οι Τρείς Ιεράρχες έζησαν σε μια εποχή με δύσκολα προβλήματα: εκκλησιαστικά, κοινωνικά, παιδευτικά. Η Εκκλησία είχε να παλέψει τώρα με ιδέες και κακοδοξίες πού απειλούσαν να νοθεύσουν το ορθόδοξο δόγμα της. Πρωταγωνιστές σ' αυτόν τον αγώνα αναδείχτηκαν οι τρεις μεγάλοι αυτοί Πατέρες, οι οποίοι με τη ζωή και το έργο τους, ξεκαθάρισαν τις χριστιανικές αλήθειες από ψευδολογίες και πλάνες, οργάνωσαν τη ζωή της Εκκλησίας και έκαναν το Χριστιανισμό πράξη. {Η Εκκλησία μας στις μέρες τους λαμπρύνθηκε, έφτασε σε ύψη πνευματικής καρποφορίας και δίκαια ο αιώνας της ακμής τους ονομάστηκε «χρυσός αιώνας της Ορθοδοξίας». Η ζωή και το έργο τους αποτελεί έναν ύμνο δοξαστικό στο Θεό. Ό,τι έπραξαν δεν το έκαναν για δική τους προβολή. «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν», ήταν τα τελευταία λόγια του Χρυσοστόμου, καθώς βάδιζε το δρόμο της εξορίας…
Αναγνώρισαν την μορφωτική αξία των γραμμάτων, στηρίχτηκαν σ' αυτήν αλλά προχώρησαν ακόμη παραπέρα. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι με τη βοήθεια μόνο της λογικής μπόρεσαν να ξεχωρίσουν τον άνθρωπο από τα άλλα δημιουργήματα του Θεού, συνέλαβαν την ιδέα του καλού καγαθού πολίτη και επεδίωξαν την τελείωση και την καλλιέργεια του νου, της διάνοιας του ανθρώπου. Ο Χριστιανισμός όμως προχώρησε παραπέρα. Έθεσε το νου κάτω από την αρετή της αγάπης την οποία θεώρησε ως πρώτη αρετή. Την Αγάπη όπως την ορίζει ο Απόστολος Παύλος στην Προς Κορινθίους επιστολή, την οποία μπορούν να κατακτήσουν όλοι οι άνθρωποι και η οποία εκτείνεται και αγκαλιάζει και τον εχθρό μας. Ο ανθρωπισμός των τριών Ιεραρχών δίνει ένα σαφές και συγκεκριμένο μορφωτικό ιδεώδες: τη θέωση, την ένωση δηλαδή με το Θεό, την ομοίωση του άνθρωπου με το Δημιουργό του πού αποτελεί και τον προορισμό του στην επίγεια ζω}.
Σε μια εποχή, που μαστίζεται από την οικονομική κρίση και τις δυσχέρειες, ξεπροβάλει το παράδειγμα ενός βαθύπλουτου ανθρώπου, του Μεγάλου Βασιλείου, που μοίρασε όλη την περιουσία του για να χτίσει νοσοκομεία, γηροκομεία και ορφανοτροφεία. Σε μια εποχή που όλοι οι πολιτικοί και τα στελέχη ενδιαφέρονται μόνο για τις θέσεις και τα κεκτημένα τους, αναδύεται το παράδειγμα του Γρηγορίου του Θεολόγου, που παραιτήθηκε από τον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, προκειμένου να ειρηνεύσει η Εκκλησία και να σταματήσουν οι διαξιφισμοί και οι διαμάχες. Σε μια εποχή που άσκηση κριτικής στην εξουσία θεωρείται ματαιοπονία ή σκάνδαλο, φωτίζει το παράδειγμα του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, που συγκρούστηκε με την αυτοκρατορική αυλή, ασκώντας δριμύτατη κριτική για τις ανηθικότητες και τα παρασκήνια, πληρώνοντας το με τη ζωή του, πεθαίνοντας στην εξορία μετά από αντίξοες συνθήκες.[7]
Και οι τρεις, παρ’ ότι αφιέρωσαν τα χαρίσματα και τις ικανότητές τους στην διακονία του Ευαγγελίου του Χριστού, δεν απαξίωσαν την κοσμική σοφία. Συνιστούσαν τη σοβαρή σπουδή των επιστημών και μάλιστα τόνιζαν την αξία της ελληνικής σοφίας. Όχι μόνο δεν αντιτάχθηκαν στο αρχαιοελληνικό πνεύμα, αλλά, όπως άλλωστε και όλοι οι εκκλησιαστικοί Πατέρες, προσέλαβαν όλα τα θετικά στοιχεία του Ελληνισμού. Αξιοποίησαν κατά τον καλύτερο τρόπο πολλές απόψεις και θεωρίες της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης, χωρίς βέβαια να αλλοιώσουν την ορθόδοξη χριστιανική αποκαλυπτική αλήθεια.
Είναι σε όλους γνωστή η εξαιρετική παιδεία και ευρυμάθεια την οποία είχαν οι τρεις Ιεράρχες. Φιλοσοφία, ρητορική, ιατρική συγκαταλέγονται στο επιστημονικό τους οπλοστάσιο. Είναι άνθρωποι μεγαλοφυείς όσο και επιμελείς –ξέρουμε ότι οι «ομόστεγοι, ομοδίαιτοι και συμφυείς» φοιτητές Γρηγόριος και Βασίλειος δυο δρόμους ήξεραν κατά τη διάρκεια των κοινών σπουδών τους στην Αθήνα: το δρόμο προς τη Σχολή και το δρόμο προς την Εκκλησία. Η ποσότητα και η ποιότητα του έργου τους τούς αναδεικνύουν σε πνευματικές προσωπικότητες πρώτου μεγέθους –είναι, στο χώρο της θεολογίας, ό,τι για το χώρο των φυσικών επιστημών είναι ένας Κοπέρνικος, ένας Νεύτωνας ή ένας Αινστάιν. Αγαπούν τα γράμματα και τις επιστήμες γιατί θεωρούν ότι η κριτική σκέψη και ο στοχασμός είναι απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο για την πνευματική και ψυχική ωρίμανση του ανθρώπου, αλλά και για την ορθή πρόσληψη και βίωση της χριστιανικής πίστης. Δίχως έλλογο στοχασμό και αναλυτική εμβάθυνση –δηλαδή δίχως θεολογία– η πίστη κινδυνεύει να μεταλλαχθεί σε δεισιδαιμονία, στηριγμένη στην τυφλή υποταγή και τη φανατική προσήλωση… Συνδέοντας την Πίστη του Ευαγγελίου με τον αρχαιοελληνικό Λόγο κατά τρόπο επιλεκτικό και διαλεκτικό έδωσαν τεράστια ώθηση στην προσπάθεια της Εκκλησίας να προσλάβει τον κόσμο και να τον μεταμορφώσει εν Χριστώ.
{Η δυναμική αυτής της σύνθεσης σημάδεψε τις μετέπειτα εξελίξεις, και ο Χριστιανισμός από χοντροειδής «ιουδαϊκή αίρεση», κατάλληλη μόνο για τους αμόρφωτους και τους απλοϊκούς, μετατράπηκε σε οικουμενική θρησκεία υψηλής εκλέπτυνσης, ικανή να προσελκύσει και τους πλέον καλλιεργημένους. Αντλώντας στο εξής από τον μορφολογικό και εννοιολογικό πλούτο της θύραθεν γλώσσας και παιδείας, οι θεολόγοι της Εκκλησίας μπόρεσαν να επιτύχουν αρτιότητα και σαφήνεια στη διατύπωση του δόγματος, καθιστώντας την αλήθεια του Ευαγγελίου ενδιαφέρουσα και πειστική για τους ανθρώπους της εποχής τους. Στην αντίθετη περίπτωση η Εκκλησία θα απομονωνόταν, το μήνυμά της θα έμενε άγνωστο στους πολλούς και το έργο της για τη σωτηρία του ανθρώπου θα ακυρωνόταν. Μα πάνω απ’ όλα, αυτή η σύνθεση αρχαιοελληνικής ευφυΐας και χριστιανικής αρετής γέννησε πολιτισμό υψηλής ποιότητας και καθόρισε τις τύχες της ανθρωπότητας για αιώνες}.
Ιδιαίτερα στον τομέα της παιδαγωγικής οι Άγιοι Πατέρες ανεδείχθησαν πρωτοπόροι. Εδώ συναντούμε αντιλήψεις και μεθόδους, που διέπονται από διαχρονικό χαρακτήρα και τις κάνουν να έχουν εφαρμογή και στη σύγχρονη παιδαγωγική πραγματικότητα. Θέτουν δηλαδή τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η σύγχρονη παιδαγωγική και η ψυχολογία. Οι παιδαγωγικές τους αρχές διακρίνονται για την πληρότητα και την καθολικότητά τους. Επιγραμματικά αναφέρουμε ότι ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει την αρχή της εποπτικότητας, ο Μέγας Βασίλειος ομιλεί για την προσθήκη νέων γνώσεων κατά την διδασκαλία, η οποία πρέπει να γίνεται σιγά-σιγά και με μέτρο, ενώ ο Ιωάννης Χρυσόστομος ομιλεί για αρχή της εξατομικευμένης διδασκαλίας, όπως την ονομάζει η σύγχρονη παιδαγωγική επιστήμη.
Ως ειδικότερη επιδίωξη της αγωγής θεωρεί ο Μέγας Βασίλειος την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου και την απόκτηση των τεσσάρων βασικών αρετών: της σοφίας, της σωφροσύνης, της ανδρείας και της δικαιοσύνης. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι πρέπει να «φυτευθούν» στο αναπτυσσόμενο παιδί οι ιδιότητες του Θεού, δηλαδή η αγαθότης, το αόργητον, το ευεργετικόν, το φιλοσοφικόν» ώστε να διαπλασθεί σε τέλειο χριστιανό. Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει ότι πρωτίστως πρέπει να φροντίζουμε για την επιμέλεια και την κάθαρση της ψυχής. Αυτή είναι, λέει, η αληθινή παιδεία.[8]
{Οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν για το γένος μας σοφοί δάσκαλοι. Και δάσκαλος, όπως έλεγε ο πανεπιστημιακός καθηγητής Αλέξ. Δελμούζος σημαίνει φως, και το φως όπως όλοι ξέρουμε καθιστά τα αντικείμενα ορατά. Μεταφορικά η λέξη φως σημαίνει γνώσεις, παιδεία, καλλιέργεια, σοφία, γεώργηση του όλου ανθρώπου, για να πορευθεί προς την τελειότητα, τη Θέωση. Ο δάσκαλος ο αληθινός, δεν μεταδίδει μόνο γνώσεις, δεν είναι μονάχα τεχνοκράτης, αλλά είναι κυρίως παιδαγωγός. Και παιδαγωγός είναι το πρόσωπο που με την προσφορά του ασκεί σημαντική επίδραση στα διδακτικά του υποκείμενα, διαμορφώνοντας αντιλήψεις και στάσεις ζωής. Είναι αυτός που με τις πνευματικές του μεθόδους διαπλάθει το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των μαθητών του. Μ' ένα λόγο διαπαιδαγωγεί το μαθητή του να μορφώσει ηθική συνείδηση και ανθρωπιά. Οι δάσκαλοι και η οικογένεια είναι το θερμοκήπιο της αρετής. Και οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν δάσκαλοι της Ρωμιοσύνης και γενικότερα της οικουμένης, γιατί τα διαπαιδαγωγητικά τους ρήματα έχουν διαχρονική αξία}.
{Όπως είναι γνωστό, για να αποτιμηθεί ένα οποιοδήποτε πνευματικό έργο πρέπει να γνωρίζουμε τις συνθήκες της εποχής που έγινε το έργο, δηλαδή να γνωρίζουμε το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον όπου έζησε και έδρασε ο δημιουργός. Οι τρεις Ιεράρχες, τα μεγάλα αυτά πνευματικά αναστήματα, αυτοί οι πυλώνες της ορθοδοξίας μας, έζησαν τον 4ο μ.Χ. αιώνα, σε μια εποχή όπου το νεοσύστατο βυζαντινό κράτος, βρισκόταν στην αρχή της πολιτειακής του διάρθρωσης. Αποτελούσε δηλαδή αδιάσπαστη συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, γι' αυτό και λεγόταν Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος. Το Βυζάντιο πληθυσμιακά συγκροτούνταν από φυλετική πανσερμία. Πλήθος λαών το δομούσαν: Έλληνες, Αρμένιοι, Αιγύπτιοι, Εβραίοι, Σύριοι, Φρύγες, Καππαδόκες. Αυτό λοιπόν το πολυπολιτισμικό πολιτειακό μόρφωμα για να εξελληνιστεί και να εκχριστιανιστεί απαιτούσε αγώνες και θυσίες. Και ακόμη αυτό το νεοπαγές κρατικό μόρφωμα για να μετεξελιχθεί αντιμετώπιζε δεινές εσωτερικές συγκρούσεις. Το παλιό, που εκπροσωπούσε η ρωμαϊκή κουλτούρα, και το νέο, που εξέφραζε η χριστιανική κουλτούρα}.
Για να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε πόσο επίκαιρος και διαχρονικός είναι ο λόγος των τριών Ιεραρχών θα αναφέρω ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη στην ελληνική τηλεόραση της ελληνίδας καθηγήτριας στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ. Είπε: "το ζητούμενο της καταναλωτικής μας κοινωνίας είναι: να αναδείξουμε τον άνθρωπο σαν πρώτη αξία της ζωής. Και η ανάδειξη του ανθρώπου σαν πρώτη αξία στη ζωή μας, θα γίνει όταν ο καθένας μας είναι αλληλέγγυος προς τον πλησίον του. Να έχουμε δίπλα μας κάποιον που να πονάει όταν πονάμε και να χαιρόμαστε όταν ο διπλανός χαίρεται".
Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι οι Πατέρες ανάμειξαν Ελληνισμό και Χριστιανισμό, διότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα επρόκειτο για περίπτωση συγκρητισμού, όπου νέα θρησκευτικά μορφώματα γεννιούνται από τα θραύσματα των παλιών. Εκείνο που έκαναν οι τρεις Ιεράρχες ήταν μια σύνθεση στο επίπεδο της μεθόδου και της μορφής: προσέλαβαν το γλωσσικό και εννοιολογικό όργανο του αρχαίου κόσμου και το χρησιμοποίησαν για να εκφραστεί με περισσότερη πληρότητα και σαφήνεια η αλήθεια του Ευαγγελίου. Φυσικά ακόμη κι η επιλογή αυτή δεν έμεινε χωρίς αρνητικές παρενέργειες στο επίπεδο της θεολογίας –πως θα μπορούσε άλλωστε– ωστόσο τα θετικά στοιχεία, όπως αποδείχθηκε ιστορικά, ήταν απείρως περισσότερα των αρνητικών.
Αν στο επίπεδο της θεωρίας και της θεολογίας η προσφορά του Βασιλείου και του Γρηγορίου ζυγίζει περισσότερο, όταν περνάμε στο επίπεδο της δράσης ανατέλλει το άστρο του Ιωάννου Χρυσοστόμου. Όχι πως υστερεί σε θεολογική εμβρίθεια ο Χρυσόστομος, καθώς πρόκειται για τον κορυφαίο εκπρόσωπο της μεγάλης ερμηνευτικής παράδοσης της Αντιόχειας, που ανέδειξε το πολύσημο νόημα της Γραφής, συντελώντας στην πληρέστερη κατανόησή της από τους πιστούς. Και να μην ξεχνάμε βέβαια ότι σ’ αυτόν χρωστάμε το σημαντικότερο ίσως κείμενο της εκκλησιαστικής γραμματείας, τη Θεία Λειτουργία, που με τρόπο υποδειγματικό συνταιριάζει υψηλή ποίηση και βαθιά θεολογία. Όμως ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ο Χρυσόστομος μετατρέπεται σε πραγματικό πρότυπο πολιτικού θεολόγου. Υπερασπίζεται τις χήρες και τα ορφανά, κατακρίνει τους αφιλάνθρωπους πλούσιους, εγκαινιάζει ιδρύματα για τους ασθενείς και τους εγκαταλελειμμένους, οργανώνει συσσίτια για τους χιλιάδες φτωχούς της ξιπασμένης νεόπλουτης Βασιλεύουσας…Συμπληρώνει το φιλανθρωπικό του έργο με δριμιά κριτική ενάντια στην εξουσία, ενάντια στους πολιτειακούς άρχοντες που θεσπίζουν άδικους νόμους και επιβάλλουν απάνθρωπη φορολόγηση στο λαό. Ακόμη και κατά της ίδιας της Αυγούστας Ευδοξίας βάλλει, καυτηριάζοντας την ανηθικότητα και την πλεονεξία της. Δείχνει με τον τρόπο αυτό ότι η φιλανθρωπία δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, όταν λείπει ο πύρινος λόγος αναφορικά με τα αίτια και τους υπεύθυνους της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Φυσικά, όπως ήταν αναμενόμενο για άνθρωπο που ελέγχει τους ισχυρούς και αντιστέκεται στην εξουσία, ο Χρυσόστομος εκδιώχθηκε, απειλήθηκε, εξορίστηκε και τελικά πέθανε από τις κακουχίες σε κάποιο ασήμαντο χωριό στις εσχατιές της Αυτοκρατορίας.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η πολιτική θεολογία του Μεγάλου Βασιλείου. Πραγματικό πριγκιπόπουλο της ζωής από κάθε άποψη, επιλέγει μετά τις σπουδές του να αναχωρήσει για να ασκηθεί στην έρημο…Όμως ο Βασίλειος δεν είναι μόνο αναχωρητής και μέγας θεολόγος, είναι ταυτόχρονα και άνθρωπος της δράσης, απόλυτα ρεαλιστής και κοινωνικά ευαίσθητος. Συμπονά τους πάσχοντες και τους καταφρονημένους και για να τους ανακουφίσει ξοδεύει όλη την τεράστια περιουσία του για να οικοδομήσει το πρώτο συγκρότημα κοινωνικής πρόνοιας στην ιστορία της ανθρωπότητας, την περίφημη «Βασιλειάδα», με νοσοκομεία, γηροκομεία, ξενώνες, κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης και άλλες υπηρεσίες μέριμνας και περίθαλψης στις οποίες συμμετέχει προσωπικά και ο ίδιος. Δεν μένει όμως εκεί. Όμοια με το Χρυσόστομο συνοδεύει την πράξη με λόγο, τη φιλανθρωπία με θεολογία, την προσφορά με κριτική. Γράφει και κηρύττει κατά των πλουσίων που καταχρώνται τα κοινά θεόσδοτα αγαθά εις βάρος των φτωχών. Στηλιτεύει την απανθρωπιά τους, την ασέβεια και την αλαζονεία τους απέναντι στον πόνο του πλησίον. Ζητά δικαιοσύνη και έλεος, υπερασπίζεται την κοινοκτημοσύνη και καταδικάζει την αδιαφορία, την οποία θεωρεί συνενοχή. Και μόνο ο πρόωρος θάνατός του λίγο πριν κλείσει μισό αιώνα ζωής ανακόπτει την ορμή του για κοινωνική μαρτυρία και προσφορά.
Όμως και ο τρίτος της χορείας των Αγίων, ο από τη φύση του μελαγχολικός Γρηγόριος, ο ευαίσθητος λυρικός, ο αυτοβιογραφικός ποιητής της απομόνωσης και του αναστοχασμού, όταν βρίσκεται ενώπιον του διλήμματος «πράξη ή αναχώρηση» επιλέγει τελικά την εμπλοκή με τα δημόσια πράγματα μόνο και μόνο από αγάπη για την Εκκλησία και το λαό που τον χρειάζεται. Ένθερμος θιασώτης του «θεωρητικού βίου» υπακούει στις προτροπές του φίλου Βασίλειου και αποδέχεται απρόθυμα τον αυτοκρατορικό διορισμό στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, μόνο και μόνο επειδή τον θεωρεί ως ευκαιρία προσφοράς προς τον συνάνθρωπο και την Εκκλησία του Χριστού. Κι όταν πολύ σύντομα απογοητεύεται από τη διαγωγή των συνεπισκόπων του, τους οποίους δεν διστάζει να ελέγξει αυστηρά, με μεγάλη ευκολία –σχεδόν χαρούμενος– παραιτείται του λαμπρού αξιώματός και επιστρέφει στη γαλήνη της απομόνωσης. Ακόμη και με τον επιστήθιο φίλο του Βασίλειο ψυχραίνεται, που τον έμπλεξε με τα αξιώματα και τις έγνοιες της διοίκησης. Ακόμη και τότε όμως ομολογεί πως, παρά τα βάσανα και τους κόπους, αξίζει κανείς να δίνει τη μαρτυρία του, αναλαμβάνοντας πολιτική και κοινωνική δράση υπέρ των αδελφών εν Χριστώ, «και μάλιστα των ελαχίστων».
Η αποφασιστική αυτή στάση των τριών Ιεραρχών στα κοινωνικά ζητήματα προέκυψε ως απάντηση σε πιεστικά προβλήματα της εποχής, που είχαν να κάνουν με τη γενικευμένη αβεβαιότητα και αστάθεια, αδικία και εκμετάλλευση που επικρατούσαν στον κοινωνικό χώρο, καθώς και την αυθαιρεσία της εξουσίας. Διέγνωσαν δηλαδή οι Πατέρες ότι δεν αρκεί να ιερουργούν μόνο και να στηρίζουν τους ανθρώπους στην «αδάπανον ευσέβειαν», που έλεγε κι ο Βασίλειος, αλλά ως καλοί ποιμένες έχουν υποχρέωση να αγωνιστούν και για την βελτίωση των υλικών συνθηκών της ζωής των συγκαιρινών τους. Και ως γενναίοι μαχητές που ήταν, αναδέχθηκαν αυτήν την ευθύνη, προτάσσοντας τον εαυτό τους στην υπεράσπιση του λαού.
. Αποδεικνύουν έτσι οι Πατέρες εντελώς λανθασμένα τα σύγχρονα φληναφήματα περί της δήθεν πνευματικής αποστολής που οφείλει να έχει η Εκκλησία. Υποστηρίζουν, δηλαδή, πολλοί εντός και εκτός της Εκκλησίας, ότι δεν πρέπει να ασχολείται με τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα –να αδιαφορεί, μ’ άλλα λόγια, για τους υλικούς όρους της ύπαρξης. Λες και ο λαός του Θεού δεν αποτελείται από ανθρώπους με πιεστικές ανάγκες και πραγματικές ελλείψεις και επιθυμίες, αλλά από άσαρκους αγγέλους που τυρβάζουν ψάλλοντας εν ουρανοίς. Στους αντίποδες μιας τέτοιας παρανόησης, το εμβληματικό υπόδειγμα των τριών Πατέρων μάς δείχνει, και στην περίπτωση αυτή, το σωστό δρόμο –το δρόμο της θυσίας και της διακονίας, που είναι ταυτόχρονα και δρόμος αντίστασης στο Κακό και κριτικής των αρχών και των εξουσιών του αιώνος τούτου. [9]
Τί θα έλεγαν σήμερα οι Τρεις Ιεράρχες για τα τεκταινόμενα; Σήμερα, που από τα ΜΜΕ παραδίδονται καθημερινά μαθήματα του «πορνεύειν», του «μοιχεύειν», «αρπάζειν», «κλέπτειν», μαθήματα ασέβειας προς τους Γονείς, τους Δασκάλους, το Θεό, αμφιβάλλω και αν θα λάβαιναν μέρος στους μαραθώνιους αγάπης, με την τόση προβολή, στους πλειστηριασμούς ανθρωπιάς, ή στις φιλανθρωπικές βραδιές των πολυεθνικών.
Οι Τρεις Ιεράρχες, οι κατά τον Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη « οι πανταχού τω φωτί της εαυτών πολιτείας τα της γης δαδουχήσαντες τέρματα», διδάσκουν ότι η κοινωνική ευαισθησία δεν έχει όρια χρονικά, εθνικά, θρησκευτικά ή φυλετικά και αγγίζει τα όρια της ΘΥΣΙΑΣ. Η εξάλειψη της διαφθοράς δεν διασφαλίζεται μόνο με τη διαμόρφωση ενός υγιούς πολιτικού ή νομικού πλαισίου και με την εξασφάλιση ισορροπιών σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Προϋποθέτει ανθρώπους με πνευματικότητα και αληθινό ήθος, δηλαδή ακέραιους ανθρώπους με την εν Χριστώ Θεία πνοή μέσα τους. Δυστυχώς, τα βαυαροκρατικά πρότυπα παιδείας που υιοθετήθηκαν στο νεοελληνικό κράτος, αν και ορίζουν εν μέρει ως σκοπό της παιδείας, την πνευματική και ηθική αγωγή του νέου, αυτό δεν αρκεί, όπως σημειώνει ο πατήρ Γ. Μεταλληνός, γιατί δεν είναι μόνο η πατερική παράδοση που παραγνωρίζεται και εξοβελίζεται, αλλά συμπιέζεται και ο κλασσικός ανθρωπισμός (με την αρχαιοελληνική έννοια) στις αδυσώπητες απαιτήσεις της τεχνολογίας.
Τα παντοτινά πρότυπα, οι Τρεις Ιεράρχες, μας φωνάζουν: Η Αγάπη θέλει θυσία και η Παιδεία είναι θυσία…[10]
 Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τρία μεγάλα ονόματα σε μία μνήμη και μια τιμή, «ουκ έστι δευτερείον εν τοις τρισί [11]»,  οι Τρεις Ιεράρχες, -της τρισηλίου θεότητος φωστήρες τρεις, οι μέγιστοι - υπήρξαν πνεύματα ανοικτά με αυθεντική πίστη, με μεγάλη παιδεία και  καλλιέργεια, και έμπρακτο ενδιαφέρον για τη μόρφωση, πρωτοπόροι των γραμμάτων αλλά και κοινωνικοί επαναστάτες  και προστάτες των φτωχών που ανέδειξαν τον άκαινθρωπο ως διαχειριστή και όχι ιδιοκτήτη του πλούτου, φορείς της προφητικής συνείδησης της Εκκλησίας, κατάφεραν να συμφιλιώσουν την αρχαία σοφία με το χριστιανικό κήρυγμα, να συνδέσουν την ελληνική παιδεία με τη χριστιανική πίστη, αναπτύσσοντας και αναλύοντας το κοινωνικό περιεχόμενο της πίστης αυτής. Άνοιξαν νέους ορίζοντες στη σκέψη, στην αίσθηση, στην πράξη.
Σήμερα που άλλες αντιλήψεις, άλλα πιστεύματα, άλλα ιδανικά βρήκαν θέση μέσα μας…
Σήμερα, που επενδύουμε σε μια τεχνοκρατική και χρησιμοθηρική εκπαίδευση, η οποία αποθεώνει την ποσοτική πληροφόρηση και την εργαλειακή γνώση ως μοχλούς προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης, αδιαφορεί όμως επικίνδυνα για την κριτική σκέψη, την πνευματική καλλιέργεια, την Αλήθεια...
Σήμερα, που με την ακατάσχετη και ψευδώνυμη αγαπολογία υποβαθμίζουμε την Αλήθεια και την Πίστη
Σήμερα, που στη νιρβάνα του κοσμοπολίτικου κόσμου μας, του life style, της ψηφιακής εικόνας, της virtual reality, της μοριακής βιολογίας, της νανοτεχνολογίας το όνομα του Χριστού θεωρείται στερεότυπο ή παράταιρο ή και απαγορευμένο…
Σήμερα, που η βιοτή μας κατάντησε απρόσεκτη, που εκλείπει η πίστη και γι αυτό απουσιάζει και η ομολογία…
Σήμερα, που επικρατεί πολύς θυμός και είναι πολλά τα πεινασμένα στόματα…
Σήμερα, που ο εκθεατρισμός της ευλάβειας ερωτοτροπεί με την υπερβολή και το «κιτς»…
Το παράδειγμα και τα μηνύματα των τριών Ιεραρχών είναι κάτι  παραπάνω από αναγκαία και απαραίτητα.
Η ολόψυχη αφοσίωσή τους στην πραγμάτωση της Καλής αλλοιώσεως, κατά τον καθηγητή Ν. Δρανδάκη[12], η αναζήτηση του ορθά δοκείν και η ακλόνητη εμμονή τους στην Ορθοδοξία, ο φλογερός πόθος της αλήθειας και της απλότητας, η εφαρμογή πρώτα στον εαυτό τους εκείνου που παρότρυναν τους άλλους να πραγματώνουν, η απέραντη αγάπη για τον άνθρωπο και η προσφορά όλων όσα είχαν για αυτόν, η απέραντη αγάπη στο Θεό, η μεγάλη τους εκτίμηση για τη θύραθεν σοφία και η άρτια γνώση της ελληνικής γλώσσας, όλα αυτά τους καθιστούν αξεπέραστα πρότυπα και πολύτιμους οδηγούς για μας και – κυρίως - τα παιδιά μας στην προσπάθειά τους και τον χαρακτήρα τους να παγιώσουν και την προσωπικότητά τους να ολοκληρώσουν και την επιστημονική τους κατάρτιση γερά να θεμελιώσουν. Όπως εκείνοι είναι και ου δοκείν εσπούδαζον άριστοι, το ίδιο πρέπει να κάνουν και τα παιδιά μας…

«Εάν η εποχή μας δοκιμάζεται πνευματικά με τη μετάθεση του ιστορικού της βάρους  από τις θείες προσφορές στην τεχνική της δυνατότητα, δε θα λύσει τα θέματά  με την εξιδανίκευση παλαιών βιωμάτων. Έτσι και η σημερινή αναφορά μας σε αυτούς έκτακτους ανθρώπους , παρακαλούμε να μη θεωρηθεί  απλά και μόνο «πανηγυρική», έπαινος για την  εξαιρετική Πράξη και  Στάση τους αλλά και αναζήτηση  νοήματος και έκκληση για στήριξη και βοήθεια»…



[1] Ομιλία σε εκδήλωση, στη μνήμη των Τριών Ιεραρχών, της Σχολικής Επιτροπής Β/θμιας Εκπ/σης του Δήμου Αιγιαλείας, την Τετάρτη 30/1/2013, ώρα 18.00, στο Πολιτιστικό Κέντρο Αιγίου.
[2] Κ. Κλάγκου Η οικολογική ευαισθησία του Μ. Βασιλείου. Οι ομιλίες εις «Εξαήμερον», Ομιλία.
[3] Από το Διαδίκτυο. 4ο Δημ. Σχολείο Κορωπίου, Οι Τρεις Ιεράρχες: ανοικτό πνεύμα-αυθεντικήπίστη

[4] Π. Κανελλόπουλου Ο Χριστιανισμός και η εποχή μας, Αθήνα 1953, σ. 137.
[5] «Καθελώ μου τας αποθήκας» ΒΕΠ τ. 54, σελ. 64-65.
[6] Πολλοί ύμνοι της Εκκλησίας μας είναι αυτολεξεί αποσπάσματα από λόγους του Γρηγορίου π.χ. Χριστός γεννάται, δοξάσατε…, Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί… κλπ
[7] Από το Διαδίκτυο. Βασ.Ιορδανίδου, Θεολόγος ΓΕΛ Ανωγίων και Γύμνασίου Ανωγείων
[8] Ιστολόγιο «Ο Παιδαγωγός» Ομιλία για τους Τρεις Ιεράρχες της εκπ/κού του 9ου Δημ. Σχ., στις 28/1/2011.
[9] Από το Διαδίκτυο. Ομιλία του Δημ. Μπεκριδάκη, Θεολόγου, στον Άγιο Γεώργιο Βροντάδου Χίου, στις 30/1/2012
[10] Από το Διαδίκτυο. Ομιλία του Γ. Κλούβα, Δ/ντού του 2ου ΤΕΕ Χίου, στη Χίο, στις 30/1/2007
[11] ¨Όπως λέγει και ο εκκλησιαστικός ύμνος του Επισκόπου Ευχαΐτων Ιωάννου.
[12] Ν. Δρανδάκη Εικονογραφία των Τριών Ιεραρχών, Αριστοτέλειο Παν/μιο Θες/νίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1969, σ. 19.

Πηγή:
Καθ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΛΑΓΚΟΣ -Ομιλία σε εκδήλωση, στη μνήμη των Τριών Ιεραρχών, της Σχολικής Επιτροπής Β/θμιας Εκπ/σης του Δήμου Αιγιαλείας, την Τετάρτη 30/1/2013,  στο Πολιτιστικό Κέντρο Αιγίου.