Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

ΜΙΑ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ


ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ

Σάν σήμερα, Κυριακή, 1η τοῦ μῆνα Φλεβάρη, σέ μιά μεγάλη πολιτεία μακρυά ἀπό τήν πατρίδα μας, μιά νεαρά ὕπαρξη, μετά τόν ἐκκλησιασμό της στόν Ὀρθόδοξο Ναό τῆς χώρας πού τήν φιλοξενοῦσε, ἄρχισε νά περιδιαβαίνει τόν κεντρικό δρόμο τῆς πόλης πού ἔμενε, σκεφτική. Τά μαγαζιά, ὅπως εἶναι γνωστό, ἦταν ἀνοικτά, ὅπως σέ πολλές χῶρες τοῦ ἐξωτερικό, καί ἡ μέρα ἐπέτρεπε νά κυκλοφορεῖ ἀρκετός κόσμος. Οἱ ἀλκυονίδες μέρες, τούτη τή χρονιά κράτησαν περισσότερο. Εἶχε περάσει ἕνας ὁλόκληρος μῆνας, ὁ Ἰανουάριος, τοῦ χρόνου ἐκείνου καί ἀκόμα στό νοῦ της, δέν εἶχε ξεκαθαρίσει, τό τί ἔπρεπε νά ἐπιδιώξει, τί στόχους νά βάλει, ἤ τί τέλος πάντων νά στοχεύσει τή νέα χρονιά, μιᾶς καί ἡ καθημερινότητα, τόσο ἡ δική της, ὅσο καί τῆς ἐν γένει ἐποχῆς της, ἦταν γεμάτη μέ σκιές δυσκολιῶν, ἀγωνίας καί προβληματισμοῦ.
Ἡ μέρα στολιζόταν ἀπό τόν λαμπερό ἥλιο πού ἔκανε ὅλα γύρω της πιό ὄμορφα, πιό φωτεινά, πιό ζεστά, πιο αἰσιόδοξα καί χωρίς νά τό καταλάβει εἶχε φθάσει στό μεγάλο πάρκο, μέ τίς ἀτέλειωτες σειρές τῶν ἀειθαλῶν δένδρων καί τά πολύχρωμα γεράνια, τούς μενεξέδες καί τά γιούλια, πού ἐναλλάσσονταν μέ τά ἀπείρου κάλλους καί χρωματισμῶν κυκλάμινα, ρόζ, κόκκινα, μώβ, λευκά, ἀσπροκόκκινα καί μέ ἄλλους συνδιασμούς χρωμάτων, πού ἦταν ἀδύνατον νά φαντασθεῖ ὅτι ὑπῆρχαν. Σκέφθηκε : << Θεέ μου, τί μεγαλεῖο εἶναι τοῦτο >> ‼! Διάλεξε ἕνα παγκάκι νά καθίσει καί νά ἀπολαύσει τοῦτο τόν φυσικό πίνακα τῆς ποικιλίας εἰδῶν καί χρωμάτων. Ἀλήθεια εἶναι πώς, πολλές φορές εἶχε περάσει ἀπό κεῖ, ἀλλά πρώτη φορά δέν χόρταιναν τά μάτια της ὅ,τι ἔβλεπαν. Κάθισε καί ἄφησε τή ματιά της νά περπατᾶ ἀντί γιά κείνη, καί νά χαϊδεύει ἕνα - ἕνα χωριστά τά λουλούδια πού τῆς φαίνονταν τώρα σάν κέρινα πλασμένα.
Ἡ καρδιά καί ὁ νοῦς της πλημμύρισαν ἀπό εὐχαρίστηση καί ἀπόμεινε ἐκεῖ, γιατί σκεφτόταν ξαφνικά πώς, κάπως ἔτσι πρέπει νἆναι καί στόν Παράδεισο. Λίγα μέτρα μακρύτερά της, τά περιστέρια ἀνεβοκατέβαιναν ἀπό τή χλόη τοῦ κήπου, στά κλαδιά τῶν δένδρων, ἄλλοτε συντροφιαστά καί ἄλλοτε μόνα, γουργουρίζοντας.
Γιά λίγο, ξέφυγε ἀπό ὅ,τι τήν ἀπασχολοῦσε καί ἀπορροφήθηκε στήν ἀπερίγραπτη ὀμορφιά.
Χορτασμένη εὐδαιμονία καί γεμάτη χαρά ἀνείπωτη, μετά ἀπό ὥρα, σηκώθηκε καί συνέχισε τό σεργιάνι της, μέ τό βλέμμα της νά περιεργάζεται τίς πολύχρωμες καρτέλες πού ἦσαν κολλημένες στίς βιτρίνες τῶν καταστημάτων καί ἔγραφαν πάνω τους τά ποσοστά τῶν ἐκπτώσεων τῶν εἰδῶν πού πουλοῦσαν. Τά χρώματα ἔπαιζαν στά μάτια της, καί γοργά περνοῦσαν καί ἔφευγαν ἀπό τό μυαλό της, τά εἴδη καί οἱ προσφορές τους.
Ἄλλωστε δέν εἶχε σκοπό της κάτι συγκεκριμένο νά ἀγοράσει. Ἄλλο ἦταν τό πρόβλημά της.
Ξαφνικά, τά μάτια της καρφώθηκαν στήν πελώρια κρυστάλλινη εἴσοδο ἑνός πολυτελοῦς καταστήματος καί στό μεγάλο κομμάτι χαρτί πού ἦταν κολλημένο πάνω της καί τό ὁποῖο ἔγραφε μέ μεγάλα καί φανταιζί γράμματα:


"Ο,ΤΙ ΠΑΡΕΤΕ – ΣΧΕΔΟΝ - ΔΩΡΕΑΝ"


Τῆς κέντρισε τό ἐνδιαφέρον τούτη ἡ ρεκλάμα καί ἀποφασιστικά ἔσπρωξε τήν πόρτα καί μπῆκε μέσα. Ἡ ἔκπληξή της ἔφθασε στά ὕψη, ὅταν εἶδε πίσω ἀπό τόν πάγκο ἕνα λευκοφορεμένο Ἄγγελο νά τήν ὑποδέχεται μέ οὐράνιο χαμόγελο καί εὐγενικά νά τήν ρωτᾶ, τί ἐπιθυμοῦσε.
Μετά τό στιγμιαῖο ξάφνιασμα τόν ρωτᾶ :
Τί πουλᾶτε ἐσεῖς ἐδῶ ;
Πρόθυμα ὁ Ἄγγελος τήν πλησιάζει καί τῆς ἀπαντᾶ :
Ἔχουμε τά πάντα. Ὅ,τι ἐπιθυμεῑτε θά τό βρεῑτε σέ μᾶς, ἀρκεῖ νά μᾶς τό πεῖτε. Προσέξτε καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά ὅλα μας τά εἴδη τά προσφέρουμε – σχεδόν – ΔΩΡΕΑΝ.
Δέν εἶχε προλάβει ὁ Ἄγγελος νά ἀποσώσει τήν φράση του καί ἡ κοπέλα ἁρπάζοντας τήν μοναδική αὐτή εὐκαιρία, ἄρχισε νά τοῦ ἀπαριθμεῖ :
- Ἐάν προσφέρετε ὅ,τι ἐπιθυμῶ, παρακαλῶ νά σημειώσετε,
• Πολλή, μά πολλή ἀγάπη, κατανόηση καί ἀλληλεγγύη, σέ ὄλα τά κοινωνικά στρώματα,
• Σεβασμό στίς αἰώνιες ἀλήθειες πού δίδαξε ὁ Χριστός,
• Στήν καθημερινή ζωή χρειάζομαι, ἀξιοπρέπεια καί ἐντιμότητα,
• Ἐξαφάνιση ὅλων τῶν ἀσθενειῶν, ἀπό κάθε μέρος τῆς πλάσης ὁλόκληρης,
• Τό τέλος τῶν πολέμων, πού μαίνονται σέ κάθε γωνιά, σχεδόν, τοῦ πλανήτη μας,
• Οἱ καταυλισμοί πού μένουν συνάνθρωποί μας, ταλαίπωροι τρωγλοδύτες, καί πού δέν ἔχουν στό ἥλιο μοίρα, νά μεταβληθοῦν σέ σπίτια θαλπωρῆς καί στοργῆς,
• Οἱ χιλιάδες ἄνεργοι νἄβρουν ἐργασία, καί νά μή περνοῦν τή ζωή τους γυρνώντας, ἀπό διαγωνισμό - σέ διαγωνισμό καί ἀπό ἐπιχείρηση σέ ἐπιχείρηση, παίρνοντας πάντα τήν ἴδια ἀπάντηση, εἴτε εἶναι νέοι, εἴτε εἶναι ἡλικιωμένοι, << Δυστυχῶς ἔχουμε προσλάβει ἄλλον>>,
• Τό διώξιμο τῆς φτώχιας, τῆς ἀπάτης, τῆς ψευτιᾶς, τῆς ἀδικίας, τῆς ὑποκρισίας, τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τῶν ναρκωτικῶν, τῆς παλιανθρωπιᾶς………..
Ὁ Ἄγγελος μέ ἕνα νεῦμα, τήν διακόπτει εὐγενικά λέγοντάς της :
- Σοῦ ζητῶ συγγνώμη πού σέ διακόπτω, γιατί, ἄν κατάλαβα καλά, θά ἔχεις καί ἄλλες τέτοιες ἐπιθυμίες. Ἀλλά ἀπό αὐτά πού ἄκουσα νά ζητᾶς, πιστεύω πρέπει νά ἔχεις κάνει μιά παρανόηση. Ἔμεῖς ἐδῶ στό κατάστημά μας, δέν δίνουμε ἤ δέν πουλᾶμε ἕτοιμους καί ὥριμους καρπούς, ἀλλά τούς σπόρους τους. Ἐσύ πρέπει νά τούς πάρεις, καί νά τούς καλλιεργήσεις. Δηλαδή, νά τούς σπείρεις, νά φυτρώσουν, νά περιποιηθεῖς τά φυντάνια μέχρι νά γίνουν δένδρα, νά κάνουν καρπούς, καί μετά νά ἀπολαύσεις τήν παραγωγή τους.
Ἡ νεαρή κοπέλα ἔνοιωσε ἕνα ἁπαλό χάδι στόν ὦμο της καί γύρισε νά δεῖ. Ἦταν μιά κυρία μεσόκοπη, πού εἶχε ἁπλώσει τό χέρι της καί στήν συνέχεια γλυκά τῆς χάϊδεψε στό πρόσωπο. Εἶχε ἀνοίξει τά μάτια της καί μπρός της, συνέχιζε νά ἁπλώνεται τό μεγάλο πάρκο τῆς πόλης μέ τά λογῆς -λογῆς ἄνθη, πού τήν εἶχαν γοητεύσει. Οἱ καρδιακές της ἐπιθυμίες, εἶχαν γίνει ὄνειρο στό παγκάκι τοῦ πάρκου, μέ τόν ἥλιο νά συνεχίζει νά τῆς κάνει παρέα καί τήν ἄγνωστη κυρία νά τῆς χαμογελᾶ μέ κατανόηση και καλωσύνη.
"Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, καί σᾶς ζητῶ συγγνώμη" ψέλλισαν τά χείλη της. Καί ἐπανέλαβε, "Εὐχαριστῶ πολύ"
Βλέποντας τήν ἄγνωστη κυρία νά ἀπομακρύνεται, ἄρχισε νά σκέπτεται ὅσα εἶχαν διαδραματισθεῖ στό ξύλινο παγκάκι, πού ἀκουμπισμένη ἀνάλαφρα στό χερούλι του, εἶχε πάρει πολλές ἀπό τίς ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματά της.
Καί ὁ ποιητής τῆς ἱστορίας μᾶς ἐπισημαίνει πώς, μετά ἀπό πολλή σκέψη, ἐπέλεξε γιά πρωταγωνίστρια τήν νεαρή γυναίκα, διότι αὐτή εἶναι ἡ αὐριανή ΜΗΤΕΡΑ τῶν παιδιῶν, πού θά χτίσουν τόν καινούργιο κόσμο καί ΜΟΝΟ αὐτή μπορεῖ νά σπείρει τούς σπόρους καί ἀπό αὐτούς νά προέλθουν οἱ καρποί πού ζητοῦσε. Αὐτή θά βάλει τό προζύμι γιά νά γίνει τό ψωμί.
Ἄλλωστε τά παραδείγματα εἶναι ἄφθονα καί μέσα στήν σημερινή κοινωνία μας - ἀρκεῖ νά τίς ἀναζητήσουμε - μέ θέση ξεχωριστή νά ἔχουν οἱ γνωστές, Μακρίνες, οἱ Νόννες, οἱ Ἐμμέλιες καί οἱ Ἀνθοῦσες, πού πρόσφεραν στόν κόσμο τούς καρπούς τῆς φροντίδας τους κάτω ἀπό τά ὀνόματα, Χρυσόστομοι, Βασίλειοι, Γρηγόριοι.


Ευγενική προσφορά από τον Συνεργάτη μας Δ.Μ.

Ευχαριστώ θερμά

+ Ο Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος

1η Φεβρουαρίου 2009