Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕΡΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΠΙΣΩ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ
Η 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821
_____Παρακαλώ, μή με κατηγορήσετε, ότι ευρίσκομαι εκτός τόπου και χρόνου! Η επέτειεος της εθνικῆς μας εορτής της 25ης Mαρτίου 1821 πέρασε πολύ γρήγορα. Τούτο συνέβη επειδή τρεις ημέρες αργότερα (28 Μαρτίου) είχαμε εισέλθει στον εορταστικό κύκλο της Μεγάλης Εβδομάδος. Έτσι λοιπόν δεν είχαμε την δυνατότητα να αναρτήσουμε τότε μια θεσθέσια ομιλία του Εκπαιδευτικού Συμβούλου κ. Κωνστ. Κλάγκου, η οποία έγινε λίγες μόλις ημέρες πρό της Μεγάλης Εβδομάδος. Η ομιλία έγινε στα πλαίσια μιᾶς ἐπετειακῆς εκδηλώσεως επί τη συμπληρώσει 25 ετών ζωής και πολυτίμου προσφορᾶς τῆς Ιστορικής καί Λαογραφικῆς Εταιρείας Αιγιαλείας (ΙΛΕΑ), η οποία τελεί υπό τήν προεδρείαν της εξαιρέτου Φιλολόγου Καθηγητρίας Κυρίας Βάνας Μπεντεβή. Αξίζει να σημειωθή, ότι στήν εκδήλωση αυτή ετιμήθη ο διακεκριμένος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, ό οποίος είχε προσκληθή καί παρέστη αυτοπροσώπως.
______Παρουσιάζουμε λοιπόν τώρα μόλις τήν ομιλία του κ. Κλάγκου, με θέμα "Η συμμετοχή και η προσφορά του Ιερού κλήρουστον Εθνικό μας Αγώνα". Είναι ένα κείμενο, το οποίο πρέπι να μελετηθή. Σε νεώτερη ανάρτηση μας θα παρουσιάσουμε μια ακόμη επίκαιρη ομιλία ενός άλλου ομιλητού.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
+ ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ & ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010
***********
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΛΑΓΚΟΥ
Η συμμετοχή και η προσφορά του Ιερού κλήρου
στον Εθνικό μας Αγώνα
[i]

"Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν έσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν είχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση"[ii].

Το ΄Εθνος μας κατόρθωσε να επιζήσει στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, να αναδιοργανωθεί και να διεκδικήσει και πάλι τη θέση του στον ελεύθερο κόσμο χάρη σε τρεις κυρίως δυνάμεις του, τη θρησκεία, την αγωνιστικότητα και την οικονομική και πνευματική δραστηριότητά του. Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας ο Ελληνισμός συσπειρώθηκε γύρω από την Εκκλησία, τους αρματολούς και κλέφτες και τις κοινότητές του, και αυτοί οι τρείς θεσμοί επέδρασαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης του Νέου Ελληνισμού και στην ενίσχυση της μαχητικότητάς του.
Πρωτεύοντα ρόλο στο έργο αυτό έπαιξε η Εκκλησία, με όλους της τους φορείς: οι Πατριάρχες, οι μητροπολίτες, οι επίσκοποι, οι αρχιμανδρίτες, οι ιερείς, οι διάκονοι, οι μοναχοί, οι όσιοι, οι Νεομάρτυρες, με τον τρόπο του ο καθένας, έχουν τη δικιά τους συμβολή στον Αγώνα για την Εθνική μας Παλιγγενεσία και σε όλες τις φάσεις του Αγώνα αυτού: στην προετοιμασία του, στο ξέσπασμά του και κατά τη διάρκεια του.
Η Εκκλησία ,αυτός ο εθναρχεύων θεσμός, όπως χαρακτηρίστηκε (η Εκκλησία) στα χρόνια της όψιμης Τουρκοκρατίας, εκμεταλλευόμενη τις προνομίες που της παραχώρησε η Πύλη, ενέταξε την εκπαιδευτική δραστηριότητα στην περίμετρο της θρησκευτικο-κοινωνικής της αποστολής και κατέστησε κυρίαρχο μέλημά της την πνευματική ανάπτυξη της νεολαίας. Στην αρχή, οι νάρθηκες των ναών, τα φτωχικά κελιά των μοναστηριών ακόμα και οι οικίες των λογιότερων κληρικών μετασχηματίστηκαν σε απαραβίαστα άσυλα των γραμμάτων και των επιστημών. Επίσκοποι, ιερείς και μοναχοί εξαιτίας της ολιγαριθμίας λαϊκών δασκάλων στα λεγόμενα κοινά σχολεία μεταφύτευσαν στις διψασμένες ψυχές των νεαρών μαθητών στοιχεία της γλώσσας, της ιστορίας, της φυσικής, των μαθηματικών. Στη συνέχεια, άρχισαν να ιδρύονται τα λεγόμενα Ελληνικά σχολεία και αργότερα Γυμνάσια. Σε αυτά διδάσκονταν η διαλεκτική, η ρητορική, η ηθική, η ερμηνεία πεζών και ποιητικών έργων, η ερμηνεία της Αγίας Γραφής κατά τους Πατέρες και ο λοιπός κύκλος της θύραθεν και ιερής παιδείας: Η Πατριαρχική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως, η Ακαδημία της Πάτμου, οι σχολές των Ιωαννίνων, η Αθωνιάς Ακαδημία του Αγίου ΄Ορους, η σχολή της Δημητσάνας, η σχολή της Σμύρνης, οι σχολές των ελληνικών Κοινοτήτων του εξωτερικού (από τη Ρωσία και τις παραδουνάβιες ηγεμονίες ως τη Βιέννη, τη Βενετία, την Παβία και τη Ρώμη) και άλλες μέσα και έξω από τον ελληνικό χώρο.
«Το τεράστιο τούτο πνευματικό οικοδόμημα είναι και έργο της Εκκλησίας είναι κατάθεση ψυχής των σεβάσμιων ρασοφόρων που, κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, κράτησαν ορθό το πνεύμα και ακμαία την εθνική συνείδηση ενός ολάκερου λαού, με την ορθόδοξη και ελληνική λαλιά τους, με τη δράση τους, με το παράδειγμά τους. Και είναι οι ίδιοι που σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, παραμέρισαν την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι και ζώστηκαν τα άρματα του αγώνα, τάχτηκαν στην πρωτοπορία του εθνικού ξεσηκωμού, δίνοντας ακόμα και τη ζωή τους ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, για του Χριστού την Πίστη την αγία και της Πατρίδος την ελευθερία . Μέσα από την αναγέννηση της εθνικής μας παράδοσης αναδείχτηκαν υπέροχοι και μαρτυρικοί απόστολοι παιδείας και ελευθερίας όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο φλογερός και αεικίνητος, ο εκλεκτός Πατροκοσμάς της ελληνικής Υπαίθρου, ο Γρηγόριος ο Ε΄ και τα άλλα μέλη της συνόδου, ο Γρεβενών Αιμιλιανός, ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Κύπρου Κυπριανός, ο Πάφου Χρύσανθος, ο Κυρηνείας Λαυρέντιος, ο Κιτίου Μελέτιος και τόσοι άλλοι»[iii].
Και ακόμη ο μαρτυρικός Αθανάσιος Διάκος(Αθανάσιος Μασαβέτας, Μουσουνίτσα Δωρίδος 1788;-Λαμία 1821) και ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος, ο Παπαφλέσσας, ο μπουρλοτιέρης των ψυχών, μοναδική περίπτωση, φαινόμε­νο σταθερού και αποφασισμένου επαναστάτη, ανήρ έχων όλα τα προτερήματα του κρατίστου συνωμότου, το πλανάσθαι, το πλανάν, το τολμάν και θνήσκειν, όπως τον περιγράφει ο Τρικούπης.
Οι υπηρεσίες των κληρικών (μοναχών) για τη διατήρηση της πίστεως υπήρξαν πολύ μεγάλες: με τις περιοδείες τους, με το φλογερό και αδιάλλακτο κήρυγμά τους ενθάρρυναν τους ορθοδόξους να εμμένουν στη θρησκεία των προγόνων τους και να μην προσέρχονται στον ισλαμισμό. Σαν νέοι Απόστολοι διδάσκουν και κτίζουν εκκλησιές ή ιδρύουν σκήτες και μονές σε ορεινά και απομεμακρυσμένα μέρη( πχ ο ΄Οσιος Αντώνιος της Βεροίας, ο μοναχός Θεοφάνης ο εξ Ιωαννίνων, που έκτισε τη μονή των Ασωμάτων στη Νάουσα, ο ΄Οσιος Διονύσιος, ιδρυτής της γνωστής μονής του Ολύμπου, ο ΄Οσιος Νικάνωρ από τη Θεσσαλονίκη, ιδρυτής της μονής της Ζάβορδας στη Δυτική Μακεδονία)[iv].
Ο καθηγητὴς Απόστολος Βακαλόπουλος, ονομάζει αδίστακτα τα Μοναστήρια «προμαχώνες μπροστὰ στὰ κύματα τοῦ Μουσουλμανισμοῦ». Δεν ήταν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας («κρυφὰ» σχολεῖα), καταφυγής και προστασίας των ραγιάδων. Δεν ήταν μόνο πνευματικὲς κολυμβήθρες για τον συνεχή αναβαπτισμὸ του Γένους στην παράδοσή του. Ήταν και αντιστασιακὰ-επαναστατικὰ κέντρα σε σημεῖο, που να μην υπάρχει εξέγερση ως το ῾21, στην οποία δεν πρωτοστατούν κάποιο ή κάποια Μοναστήρια, ως επίκεντρα της επαναστατικής δραστηριότητας, αλλὰ και χώροι, απὸ τους οποίους ξεπήδησαν και μεγάλες μορφὲς τοῦ ῾21, φωτεινοὶ Ηγέτες και φλογεροὶ Επαναστάτες. (Αγιορείτης ήταν ὁ πατριάρχης Αγαθάγγελος, ὅπως και ο Μαρωνείας Κωνστάντιος και ο Ηρακλείας Ιγνάτιος. Στη Μονὴ Φιλοσόφου Δημητσάνας «μαθήτευσαν» ο Αργολίδος Γρηγόριος, ο Π. Πατρών Γερμανός, ο Τριπόλεως Δανιήλ, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Μονεμβασίας Χρύσανθος. Ο Χριστιανουπόλεως Γερμανὸς στο Μ. Σπήλαιο, ο Χίου Δανιὴλ στὴ Ν. Μονὴ Χίου, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος στη μονὴ Αγ. Θεοδώρων, ο Κύπρου Κυπριανὸς στη μονὴ Μαχαιρά Κύπρου, κ.λπ. Απὸ Μονὲς ξεκίνησαν, επίσης, ο Παπαφλέσσας και ο Αθανάσιος Διάκος)[v].
Αυτὴ τη στάση των Μοναστηριών στον Αγώνα ομολογεῖ και προσδιορίζει με το δικό του μοναδικὸ τρόπο ο Στρατηγὸς Μακρυγιάννης: «Τ᾿ άγια τα μοναστήρια, οπού ῾τρωγαν ψωμὶ οι δυστυχισμένοι [...] απὸ τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπουτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες· δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ᾿ αυτὰ τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαῖα του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αὐτείνοι, οι ῾περέτες των μοναστηριῶν και των εκκλησιών[vi].
Δίπλα στους μοναχούς και τους οσίους πρέπει να τοποθετήσει κανείς και τους Νεομάρτυρες, που με τα πάθη τους κάνουν να αναβιώσουν οι χρόνοι των διωγμών του Χριστιανισμού. Απλοί συνήθως άνθρωποι, σε μιαν ατέλειωτη σειρά που εκτείνεται ως τα μέσα σχεδόν του 19ου αιώνα, τονώνουν με το μαρτύριό τους το πνεύμα αυτοθυσίας του λαού και τον παραδειγματίζουν. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πραγματικά αγωνιστές όχι μόνο της πίστεως, αλλά και της ελευθερίας.
Αυτοὶ προέβαλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη για το Γένος αντίσταση, χωρὶς μάλιστα θυσίες άλλων, παρὰ μόνο του εαυτού τους[vii]. Οι Νεομάρτυρες ξαναζωντάνεψαν την αρχαία χριστιανικὴ παράδοση του μαρτυρίου. Η ομολογία τους αποσκοπούσε στην έμπρακτη απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής τους πίστεως, που περιέκλειε συνάμα και τον εθνισμό τους. Οι Νεομάρτυρες ενσαρκώνουν μάλιστα πληρέστερα απὸ τους Εθνομάρτυρες την ελληνορθόδοξη παράδοση, διότι διακρίνονται όχι μόνο για ηρωϊσμό, αλλὰ για την αγιότητα-πνευματικότητα, που αποδεικνυόταν με τα θαύματα, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρό τους δεν ήταν το μίσος, εναντίον των κατακτητών, αλλὰ η αγάπη για τον Χριστὸ και τους ανθρώπους, ακόμη και τους διώκτες τους[viii].
Η Προσφορά του Κλήρου, όμως, δεν εκφράσθηκε μόνο με θυσία στα πεδίο της μάχης.
Πολλοί μητροπολίτες και επίσκοποι, έλαβαν μέρος στον Αγώνα από υπεύθυνες θέσεις, μερικές φορές και στα πεδία των μα­χών. Ανάμεσα τους ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Άρτης Πορφύριος κ.ά.
Ο μητροπολίτης Π. Πατρών Γερμανός, είναι, κατά κάποιο τρόπο, από τους ιερωμένους που έδρασε πολύ κοντά στους ανθρώπους των όπλων. Φιλικός από το 1819, αρχικά θα αντιδράσει, στις συνεδρίες της Συνέλευσης της Βοστίτσας, με έντονο τρόπο εναντίον του Παπαφλέσσα που ως εκπρόσωπος του Αλεξ. Υψηλάντη επιχειρούσε να θέσει σε επαναστα­τική κίνηση τον Μοριά. Όταν όμως οι εξελίξεις θα υπερφαλαγγίσουν τις προσωπικές αναστολές θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή του Αγώνα και πέρα από τη συμμετοχή στα επαναστατικά δρώ­μενα θα αποσταλεί στην Ιταλία ως εκπρόσω­πος των αγωνιστών για να αναζητήσει την ευ­ρωπαϊκή συνδρομή.
Στην Ιταλία ο Γερμανός επί δύο χρόνια δεν κα­τάφερε πολλά πράγματα -τουλάχιστον με άμεσο τρόπο- καθώς πολιτικές σκοπιμότητες τον εμπό­δισαν να κινηθεί πέρα από την Αγκώνα.
Όμως στην ιταλική Πίζα έδινε από πολιτική και διπλωματική κυρίως σκοπιά τη μάχη υπέρ του Αγώ­να με μεγάλη επιτυχία ένας άλλος μητροπολίτης, ο πρώην Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος, που από την αυλή του Αλή πασά μαζί με άλλους πατριώτες βρέθηκε να συντονίζει τις ενέργειες εκείνων που επιχειρούσαν να προβάλλουν την Ελληνική Επα­νάσταση ως νόμιμο κίνημα ενός έθνους και όχι ως μια ακόμη ασύντακτη τοπική εξέγερση εναντίον μιας θεόσταλτης εξουσίας.
Ο χιώτης Νεόφυτος Βάμβας αφού μάθει καλά γράμματα στο Παρίσι κοντά στον Κοραή και σε άλλους Γάλλους δασκάλους, θα υπηρετή­σει ως καθηγητής και διευθυντής στο Γυμνάσιο της Χίου και τον Μάρτιο του 1821, μετά από μια σύντομη παραμονή στην Ύδρα θα βρεθεί στον επαναστατημένο Μοριά. Η εμπλοκή του και η συμβολή του στον Αγώνα θα συνδεθεί με την πα­ρουσία του Δημήτριου Υψηλάντη, στην υπηρε­σία του οποίου ως «αρχικαγκελλάριος» θα βρεθεί κοντά και σε πολλά πολεμικά γεγονότα. Κάποιες προσωπικές πικρίες όμως για τον αποκλεισμό του από διαδικασίες στις οποίες θεωρούσε ότι έπρεπε να έχει τον πρώτο λόγο, θα τον υποχρε­ώσουν γρήγορα να εγκαταλείψει τον φλεγόμενο Μοριά και να αναζητήσει την ηρεμία των Επτανήσων και αργότερα την ένταξή του στην υπη­ρεσία του ελληνικού κράτους[ix].
Οι περισσότεροι αρχιερείς άλλοτε μέσα στις εκκλησιές με το λόγο, το κήρυγμα, τις ευχές, τις παροτρύνσεις η τις απειλές για να ενθαρρύνουν και ξεσηκώσουν τους δειλούς και αμφιταλαντευομένους και άλλοτε στα στρατόπεδα και τα πεδία των μαχών με τις συνταλαιπωρίες, τις πείνες, τις αγρύπνιες, τις συγκατακλείσεις στα ταμπούρια και την κοινή τύχη στις πολεμικές συρράξεις. Κοντά σε αυτά, αναδείχθηκαν – αρκετοί - ένθερμοι και ειλικρινείς προασπιστές του λαού στις εθνοσυνελεύσεις ή και άξιοι αντιπρόσωποι του έθνους στις διάφορες Ευρωπαϊκές συσκέψεις η κυβερνήσεις.
Βέβαια, ως υπεύθυνοι ταγοί του γένους έπρεπε να είναι μέχρι παρεξηγήσεως αυτοσυγκρατημένοι και προσεκτικοί, φρόνιμοι και επιφυλακτικοί, προσποιητοί κόλακες με ευλύγιστη μέση και απλόχερη γενναιοδωρία προς τους κρατούντες, και ακόμη ελεγκτικοί και επιτιμητικοί προς τυχόν θερμοαίμους και ανυπόμονους πατριώτες και ταυτόχρονα ειδήμονες, δραστήριοι και άγρυπνοι και φιλογενείς. Αναδιφώντας τις πηγές της ιστορίας εκείνων των χρόνων, τις γνωστές και άγνωστες μαρτυρίες, ενθυμήσεις, απομνημονεύματα, επιστολές, κώδικες και λοιπά κείμενα με έκπληξη ανακαλύπτει κανείς ένα αρκετά μεγάλο αριθμό αρχιερέων να έχει δεχθεί ποικίλες δοκιμασίες, φυλακίσεις και βασανιστήρια.
Απὸ το 1818 μυήθηκαν στην Φ. Ε. όλοι σχεδὸν οι αρχιερείς της Πελοποννήσου[x]. Οι περισσότεροι ιστορικοὶ δέχονται, ότι οι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλικὴ στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολὴ αρνήσεως η για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας λόγω του υψηλού κύρους τους στο Λαό[xi]. Αν οἱ Αρχιερείς εξάλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους τo έργο της Φιλικής, πολλὰ πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μια αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοὶ 9,5%, Αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%[xii].
΄Ερευνες, μαρτυρούν ότι, από τους 200 αρχιερείς, που υπήρχαν σε ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία,
α) Έλαβαν ενεργό μέρος, στον αγώνα επώνυμα και αδιαμφισβήτητα, 73 Ιεράρχες, δηλ. ποσοστό 36,5%. β) Είναι γνωστό ότι δοκιμάσθηκαν, φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν κ.λπ. 42 αρχιερείς, δηλ. ποσοστό 21,0% και
γ) Μαρτυρείται ότι θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, είτε από βασανιστήρια και θανατώσεις των Τούρκων είτε στις πολεμικές συρράξεις, 45 αρχιερείς, δηλ. ποσοστό 22,5%. (Ο Γάλλος ιστορικός Πουκεβίλ απαριθμεί τις θυσίες των Ελλήνων κληρικών σε 11 πατριάρχες, 100 επισκόπους και 6000 ιερείς και καλόγερους).
΄Αλλοι κληρικοί έχουν λιγότερο έντονη συμμετοχή, αλλά συνεχή παρουσία που τους κρατά στο προσκήνιο της επαναστατικής δεκαετίας.
Λόγιοι κοσμοκαλόγεροι, όπως ο Άνθιμος Γαζής που προτάθηκε μάλιστα ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, ή ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, μέλη της μοναστικής Kοινότητας όπως ο δραστήριος Φιλικός Ιερόθεος Σπηλαιώτης της μονής του Μεγά­λου Σπηλαίου), με μεγάλο αριθμό μυήσεων Φι­λικών, ο πρωτοσύγκελος τns μητροπόλεως Χριστιανουπόλεως Αμβρόσιος Φραντζής, παρών στη Συνέλευση της Βοστίτσας, μέλος πο­λιτικών σωμάτων και αργότερα ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης κ.ά.

Το ίδιο ισχύει και για τον εφημεριακό κλήρο, τους απλούς παπάδες των χωριών, που πέρα από την συμβολική και ιδεο­λογική τους προσχώρηση στην εθνική επανά­σταση συνακολούθησαν τους εμπολέμους συμπατριώτες τους ακόμη και στα πεδία των μαχών, στις εκστρατείες ή στις πολιορκίες των κάστρων. Άλλωστε η Φιλική Εταιρεία που ανέλαβε να προ­ετοιμάσει και να οργανώσει την πορεία προς την εθνική χειραφέτηση δεν έθετε εκ των προτέρων αποκλεισμούς και η στρατολόγηση των μελών της δεν επικεντρωνόταν τόσο στις επαγγελματικές ή άλλες ιδιότητες των ατόμων αλλά περισσότερο στην εχεμύθεια και τον πατριωτισμό τους. Κατά συνέπεια μέλη της και εν συνεχεία σημαίνουσες προσωπικότητες του Αγώνα θα προέλθουν και από τις τάξεις της Εκκλησίας και η ιδιότητα του ιερωμένου πολλές φορές θα υποχωρήσει έναντι του κοινού σκοπού της απελευθέρωσης και της σύστασης ελεύθερου ελληνικού κράτους.
Μικρή είναι η προσφορά του δάσκαλου μοναχού Νικηφόρου τον οποίο βρήκαν ξημερώματα, εκεί στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αι., στο κελί του νεκρό, πεσμένο μπροστά στην εικόνα του Χριστού κρατώντας στην παλάμη του τη φυλλάδα με το θούριο του Ρήγα; ΄Η εκείνη του αγαθού ιερέα των προλεγομένων του Κοραή, του γνωστού Παπατρέχα που, μόλις έμαθε για την έκδοση του Ομήρου, έσπευσε να καταθέσει τις πενιχρές του οικονομίες με συντετριμμένη την καρδιά που δεν είχε περισσότερα να διαθέσει για το μεγάλο πρόγονό του;[xiii]
Πολλοί είναι και οι Αχαιοί κληρικοί, που, με τον ένα ή άλλο τρόπο, πήραν ενεργό μέρος στην προετοιμασία, την έναρξη και τη διεξαγωγή της Επανα­στάσεως του 1821. ΄Αλλοι από αυτούς αποτέλεσαν την επιμελητεία για τη διατροφή των πολεμιστών, άλλοι πήραν μέρος σε Εθνικές ή Τοπικές Συ­νελεύσεις, άλλοι πολέμησαν με τα όπλα στα πεδία των μαχών. Από τους τελευταίους κάποιοι βρήκαν τον θάνατο ή έμειναν σωματικά ανάπηροι και έγιναν ανίκανοι για Ιερουργία, ενώ μερικοί, που έβαψαν τα χέρια τους με αίμα, μετά από προσωπική τους απόφαση, καταδίκασαν oι ίδιοι τους εαυ­τούς τους στη βαρύτερη ποινή για έναν Ιερωμένο. Έπαψαν να ιερουργούν και ρασοφορούντες, άν ήσαν ιερομόναχοι αρκέστηκαν στη θέση του απλού μοναχού, ενώ αν ήσαν κοσμικοί-έγγαμοι Ιερείς, ασχολούνταν με τις γαιο-κτηνοτροφικές εργασίες και στην εκκλησία αρκούνταν με μια θέση στο ψαλτήρι[xiv].
Εκτός από τον Πα­λαιών Πατρών Γερμανό καί τον Κερνίτσης Προκόπιο μπορούμε να αναφέρουμε και κάποιες άλλες χαρακτηριστικές περιπτώσεις από ένα ατέλειωτο κατάλογο: τον Θεόφιλο Βλαχοπαπαδόπουλο από την Πάτρα (1780), διάκονο του Γερμανού και αργότερα πρωτοσύγκελλο Πατρών, αρχιεπίσκοπο Αιτωλίας και Ακαρνανίας (1852-1862) και μητροπολίτη Αθηνών (1862-1873)[xv].
Για την προσφορά τους στον Αγώνα τιμήθηκαν δεκατρείς μοναχοί του Μεγάλου Σπηλαίου, πέντε μοναχοί της 'Αγίας Λαύρας, τρεις μοναχοί της Μονής Ομπλού, τρεις της Χρυσοποδαρίτισσας και άλλοι. Για πολλούς εφημέριους και μοναχούς του νομού, κυρίως της επαρχίας Καλαβρύτων, έχει γράψει ο αείμνηστος πρωθιερέας Νικόλαος Παπαδόπουλος[xvi], ενώ εδώ παραθέτουμε ένα απόσπασμα από μια άγνωστη αναφορά των κατοίκων της Στρέζοβας (Δάφνης) Καλα­βρύτων προς την Ιερά Σύνοδο με ημερομηνία 26.1.1834: «Το χωρίον μας Στρέζοβα συνίσταται από 160 οικογενείας, είχομεν Ιερείς πέντε, αλλ' έξ αυτών άλλοι απέθανον, άλλοι εθανατώθησαν παρά των εχθρών...»[xvii]. Από άλλο έγγραφο πληροφορούμαστε: Ιερέας Ιωάννης, από Νάσια Κιναίθης: «Ετών 60. (Φροντίζει) τρία αρσενικά (παιδιά) της αδελφής τον. Ως εκ του πολέμου κατέστη ανίκανος εις το ιερουργείν. Εξώδευσε πολλά και ήδη δυστυχεί. Δρ. 40» μηνιαίως. Γρηγόριος ιερομόναχος, από τη Ζήρεια Αχαΐας. «Ετών 50. Μονή Ελεούσης. Ζει εν αυτή ως απλούς μοναχός». Γρηγόριος ιερομόναχος, από Δραγάνα Αχαΐας. «Ετών 43. Πληγαί: Μία εις την αρι­στεράν χείρα». Με ηθικές αμοιβές τιμήθηκαν ακόμη ο ιερομόναχος-διδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης, ο πρεσβύτερος Γεώργιος από την Πάτρα, ο οποίος σκοτώθηκε από τους Τούρκους την ώρα της Θείας Λειτουργίας, ο πρεσβύτερος Ιωάννης από τα Τσορωτά Καλαβρύτων, ο πρεσβύτερος Νικό­λαος από τα Καλάβρυτα κ.ά.[xviii].
΄Ομως, πόσοι ακόμα ανώνυμοι απλοί ιερείς, διάκονοι και μοναχοί αγωνιστές υπάρχουν και για τους οποίους η επίσημη Ιστορία δεν επιφύλαξε ονομαστική αναφορά;
Όπως γνωρίζετε ήρωες του ‘ 21 δεν είναι μόνο εκείνοι οι δέκα – δεκαπέντε των οποίων τις μορφές έχουμε αναρτήσει ως εικόνες ή τους κάναμε αγάλματα και τους τιμούμε, είναι πολλοί περισσότεροι και ανώνυμοι που, ενώ έδωσαν – ίσως - και τα πιο πολλά, έμειναν στο σκοτάδι. Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά, γράφει ο Σεφέρης…
Η συμμετοχὴ του Κλήρου στον Αγώνα ομολογείται απο εκείνους, που την έζησαν σε όλη τη διάρκειά του και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.
«Πλησίον εις τον Ιερέα -ἔλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης- ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης καὶ τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοὶ καὶ έμποροι»[xix]. Ο ιστορικὸς του l9ου αἰώνα Χρ.Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοὶ και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατὰ της τουρκικής δυναστείας[xx].
Ο εθνικὸς ιστορικός μας Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «...Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδεὶς όμως εξ αυτών, ουδεὶς ωλίσθησεν περὶ την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»[xxi].
Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Ἐπανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ιω. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.[xxii]
Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτὲς του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα[xxiii].
Ένα απὸ τα επισημότερα θύματα αυτής της αμφισβήτησης είναι ο Μέγας Οικουμενικὸς Πατριάρχης του Αγώνα, ο Γρηγόριος Ε´.
Μερίδα ιστορικών παραβλέποντας τη μαρτυρική του θυσία στέκεται στο γεγονός ότι στις 23 Μαρτίου 1821 ο Πατριάρχης αφόρισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και την Επανάσταση . Ο αφορισμός ήταν πράγματι από πεποίθηση των Φαναριωτών του Πατριαρχείου ή ήταν μια ακόμη φορά υποχώρηση στην τουρκική βία για να γλυτώσουν οι πληθυσμοί οι οποίοι ήταν έρμαιο στο μαχαίρι των Τούρκων; Ήταν πράξη υποταγής ή πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος). Η στάση του αυτή δείχνει δειλία ή γενναιότητα;
Κάθε εποχή κρίνεται ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη συγκεκριμένη εποχή και κάθε ενέργεια εκείνης της εποχής κρίνεται με τα τότε δεδομένα και όχι με τα σημερινά. ΄Ετσι, λοιπόν, ο συγκεκριμένος Ιεράρχης, του οποίου κανείς δεν αμφισβήτησε τη σοφία και τη σύνεση, δεν μπορούσε να μη λάβει υπόψη ούτε το δυσμενές και αρνητικό για κάθε επαναστατική ενέργεια κλίμα της εποχής (Ιερή Συμμαχία, Τσάρος) ούτε την έκρηξη οργής του Σουλτάνου με την παύση των δυο βεζύρηδων, τον απαγχονισμό Σεϊχουλισλάμη (θρησκευτικού αρχηγού), τις εκτελέσεις των Φαναριωτών και τον άμεσο κίνδυνο σφαγής όλων των Ρωμιών[xxiv] και όλες τις άλλες θηριωδίες του[xxv]. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω και λόγω της θέσης του όφειλε να καταδικάσει το κίνημα του Υψηλάντη και την Επανάσταση παρά τη θέλησή του.
Αυτὴ ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου απὸ τον αφορισμό, Αλ.Υψηλάντη: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπὸ της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικὰ και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου»[xxvi]. Μόνο, λοιπόν, μετὰ απο τη γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστὰ και ο απαγχονισμὸς του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμιοσύνης εκτελέστηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμιών[xxvii].
Ενώ δε ο αφορισμὸς δεν είχε καμιὰ αρνητικὴ απήχηση στον Εθνικὸ Αγώνα, αφού ήταν γνωστὴ η προέλευσή του, το «σχοινὶ του Πατριάρχη» ανέπτυξε μιαν ευεργετικὴ δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο Έθνος[xxviii].
Εξάλλου, η προσωπικότητα του Γρηγορίου, το γεγονός ότι γνώριζε το «Μυστικό» της Φιλικής Εταιρείας και την προετοιμαζόμενη εξέγερση, χωρίς να την καταδώσει και ακόμη η ιστορική πληροφορία ότι όταν ο δραγουμάνος της Υψηλής Πύλης Κωνσταντίνος Μουρούζης επισκέπτεται τον Πατριάρχη και τον παρακινεί να φύγει, να φύγει για να μπορέσει να γλυτώσει γιατί, κατά τις πληροφορίες του, οι Τούρκοι θα αφήσουν τον όχλο να τον εκτελέσει, αυτός αρνήθηκε και του απάντησε: Ελπίζω, αυτή τη φορά, να το κάνουν. Μια τέτοια συμπεριφορά κάθε άλλο παρά άνθρωπο υποταγμένο, δειλό, φιλότουρκο και ρίψασπι δείχνει.
Ας δούμε και τι υποστηρίζει η altera pars∙ ποια είναι η μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικων για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του ῾21[xxix].Ἔτσι, ο Μώραλη Μελὶκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαὸν (τῆς Πελοποννήσου) ὑπεκίνησαν οἱ ἔχοντες συμφέροντα καὶ σχέσεις μετὰ τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικῶς οι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδὴ οι πραγματικοὶ ηγέται του Έθνους». Ο δε Ζανὶ Ζαντὲ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικὰ μεταξὺ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτων, των Παπάδων, των Δημογερόντων».
Η σημερινή αναφορά στην προσφορά του Κλήρου δεν επιδιώκει με κανένα τρόπο να συνεχίσει την ανούσια και α-ιστορική συζήτηση για το ρόλο και τη συμβολή της Εκκλησίας και των ανθρώπων της στην επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης, συζήτηση που τις περισσότερες φορές υπό το πρίσμα μιας μανιχαΐστικής αντίληψης δεν υπηρετεί τίποτε άλλο εκτός από μετωπικές οριοθετήσεις, όπου από τη μια υπάρχει η προδοσία και η συνεργασία με τον εχθρό και από την άλλη τα φλογισμένα ράσα που οδηγούν τους αγωνιστές στη νίκη.
Μπορεί, ενδεχομένως, να υπάρχει «μια απόκλιση ανάμεσα στην επιστημονική και δημόσια ιστορία». Μπορεί η δημόσια ιστορία «να κυριαρχείται από μύθους και αφηγήσεις φορτισμένες συναισθηματικά». Μπορεί κάποιοι «ερασιτέχνες λόγιοι να αναπαράγουν στερεότυπα»… Εγώ δεν είμαι επιστήμονας ιστορικός και ίσως κατηγορηθώ ότι «ως ερασιτέχνης λόγιος αναπαράγω στερεότυπα»…
Ωστόσο, γνωρίζω, ότι δεν υπάρχει πιο αντιεπιστημονικός τρόπος να αντιμετωπίζει κανείς την Ιστορία με κριτήρια του ιστορικού παρόντος, με κριτήρια ιδεολογικά ή πολιτικά, να χρησιμοποιεί κανείς τα ιστορικά δεδομένα μονότροπα, επιλεκτικά και μονοσήμαντα.
Μια ομάδα ἐρευνητῶν προσεγγίζουν το ῾21 με ένα πνεύμα αμφισβητήσεως και διάθεση απορριπτικὴ για κοινωνικὲς ομάδες, που καταλέγονται στους συντελεστές του.
Εγώ θα συμφωνήσω με αυτούς που πιστεύουν ότι η Ἐκκλησία, σε κάθε εποχή, έχει την αποστολὴ της Μάνας. Να προφυλάσσει και να σῴζει το ποίμνιό της. Κάθε δυναμικὴ στάση, που θα οδηγούσε σε αποτυχία και καταστροφή, θα καταλογιζόταν πάντα εναντίον της. Η ανοχὴ και διαλλακτικότητα του Κλήρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλογικὰ ως ένοχος συμβιβασμὸς και εθελοδουλία, παρὰ μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες διακριβώνεται εσωτερικὴ ταύτιση με τον κατακτητή[xxx].
Διαπίστωση αδιάψευστη της ἔρευνας είναι, ότι δεν υπάρχει εξέγερση του υποδούλου Γένους, στην οποία δεν έπαιξαν ενεργὸ ρόλο Κληρικοὶ και Μοναχοί.
Από την Επανάσταση στην Κρήτη και Πελοπόννησο λίγο μετὰ την Άλωση (l5ος αἰ.). μέχρι τον Βενετοτουρκικὸ πόλεμο (1463-1479)∙
από το Κίνημα στὴ Ῥόδο (1524-29)μέχρι την Επανάσταση Χειμαριωτών (1570) και την Επανάσταση στην Πελοπόνησο, Στερεά, ΄Ηπειρο, Μακεδονία, Αιγαίο μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (Lepanto) (1571)∙
από την Ανταρσία στο Ρέθυμνο (1571), την Ανταρσία των Μανιατών (1582), και την Ανταρσία της Κύπρου (τέλη του l6ου - αρχὲς του l7ου αι.) μέχρι τις Απελευθερωτικὲς προσπάθειες των αρχιεπισκόπων Αχρίδος Γαβριήλ, Νεκταρίου και Αθανασίου και τις Επαναστατικὲς προσπάθειες του μητροπολίτου Τορνόβου Διονυσίου Ράλλη (1595/98)∙
και από τις Εξεγέρσεις του μητροπολίτου Διονυσίου Σκυλοσόφου (1600 και 1611), τις Επαναστατικὲς κινήσεις των Μανιατών (l7ος αἰ.) μέχρι την Εξέγερση των αγροτών της Νάξου (1641) και τον Κρητικὸ πόλεμο (1645-1669)∙
και από την Εξέγερση του Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος Μεθοδίου και αρχιμανδρίτου Σεραφεὶμ (1704), την Επανάσταση της Θεσσαλίας (1715), τις ενέργειες του μητροπολίτου Αχρίδος Ζωσιμά για την απελευθέρωση του βαλκανικού χώρου ( 1716), μέχρι τα Ορλωφικά (1768: επαναστατικὴ κίνηση Πελοποννήσου, Στερεάς, Κρήτης, Αἰγαίου κ.λπ), τους αγώνες του Λ. Κατσώνη (1789-92) , τους Αγώνες των Σουλιωτών (1800-1804) και την ανταρσία του Ευθυμίου Παπαβλαχάβα (1808) κ.λπ., κ.λπ., σε όλες αυτές τις εξεγέρσεις πρωτοστατούν Κληρικοὶ κάθε βαθμού και Μοναχοί.
Το ίδιο συνέβη και το ’21: Η Εκκλησία, ο Κλήρος σε όλες τις βαθμίδες ήταν, από την πρώτη στιγμή, παρών και μάλιστα μπροστά-μπροστά στα περισσότερα γεγονότα, προεπαναστατικά-επαναστατικά και μετεπαναστατικά. ΄Ισως όχι με την ίδια ένταση, την ίδια έκταση και τον ίδιο βαθμό σε όλες τις περιπτώσεις. ΄Ηταν όμως εκεί! Και ο παπάς και ο ιερομόναχος και ο αρχιερέας και ο Πατριάρχης. Κι αν δεν μάτωσαν όλοι, ή δεν πείνασαν ή δεν κοπίασαν το ίδιο, στο ίδιο μέτρο, με το ίδιο τρόπο και στο ίδιο ποσοστό, αυτό δεν αναιρεί, δεν αμαυρώνει την προσπάθεια και δεν μηδενίζει την προσφορά του συνόλου.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, , γράφει ο τιμώμενος σήμερα καθηγητής π. Γεώργιος Μεταλληνός, πρωτοστατεί σε όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει απὸ την πίστη της για τον κόσμο κιὶ τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικὸ κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως, του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματικὴ δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεὸ και τους συνανθρώπους του, σε βαθμὸ γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδὴ απὸ κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρὰ θεολογικὴ-εκκλησιαστική.
Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικοὺς-απελευθερωτικοὺς αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό. Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηοῦ, ως απελευθέρωση απὸ τα δεσμὰ της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας. Η εσωτερικὴ δε δουλεία κατὰ κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, η αναγκαστικὴ υποταγή, αλλὰ η εσωτερικὴ υποταγὴ και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι αυτὸ και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορὰ τοῦ Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχὴ του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολὴ του Ράσου στη συντήρηση του ἑλληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία. Χωρὶς αὐτὲς τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.[xxxi]
Η ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ


Δεν πρόκειται για τη Δόξα,
αυτή οπωσδήποτε έχει καταμερισθεί·
δεν πρόκειται ούτε για τη Μέρα,
γιατί συχνά κι' αυτή αμφισβητείται-
δεν πρόκειται για τον τόπο,
γιατί πολλοί τόποι ερίζουσιν.

Άλλ' ακέραιο μένει κι' αδιαίρετο
το μέγα Μυστήριο των ενωμένων ανθρώπων
(κι' ας είναι τόσες οι διαίρεσες τους)
κι' ηπρόοδος τους με ζήλο πανηγυριού
για το Μαρτύριο το θελημένο του πληρώματος…



…Κι' ήρθε το Πάσχα τω όντι,
αφού του προηγήθη
ο Μυστικός ο Δείπνος
του Μεσολογγίου.
Τ.Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ
[i] Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε σε Επετειακή Εκδήλωση της Ι.Λ.Ε.Α. Αιγίου, την Πέμπτη 25/3/2010, στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αιγίου
[ii] Θεοδ. Κολοκοτρώνης , Λόγος στην Πνύκα.
[iii] Κ. Βελαώρας Πανηγυρική Ομιλία
[iv] Στ. Παπαδόπουλος Η προετοιμασία του Αγώνος της Παλιγγενεσίας στη Μακεδονία, Θες/νίκη 1968.
[v] Π. Γεώργιος Μεταλληνός Το’21 και οι Συντελεστές του. Ελληνισμός Μαχόμενος, εκδ. Τήνος, Αθήνα 1995 (Απόσπασμα)
[vi] Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, Ὁράματα καὶ θάματα, Ἀθήνα 1983, σ. 163/4.
[vii] Βλ. τον τόμο: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ, Εις τιμὴν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, με σπουδαίες μελέτες και την παλαιότερη για το θέμα βιβλιογραφία.
[viii] π. Γ. Μεταλληνός, ο.π. σημ. 5
[ix] Π. Μιχαηλάρης-Β. Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί στον Αγώνα, εκδ. ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα 2010.
[x] Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμὸ απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρὶς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Π.Γ. Μεταλληνός, ο.π. σημ. 5.
[xi] Ο Th. Gordon λ.χ., ἱστορικὸς του Αγώνα (Ιστορία της Ελλην. Επαναστάσεως, μετάφρ. Φ. Βράχα, τόμ. Α´, σ. 134) γράφει: «Δεν τολμούμε να βεβαιώσουμε, πως ο Πατριάρχης και τα μέλη της Συνόδου ήταν απόλυτα αθώοι συνωμοσίας κατὰ του κράτους. Αντίθετα, έχομε λόγους να πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος γνώριζε την ύπαρξη της Εταιρείας και ότι μερικοὶ απὸ τους άλλους Ιεράρχες ήταν βαθιὰ μπλεγμένοι στις μηχανορραφίες της».
[xii] Π. Γεωργαντζή, Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 240.
[xiii] Βλ. ο.π. σημ. 3.
[xiv] Σοφ. Γ. Δημητρακόπουλος, Εκκλησιαστικές ειδήσεις περιοχής Αχαίας των μέσων του19ου αιώνα, Πρακτικά του ΄Εκτακτου Αχαϊκού Πνευματικού Συμποσίου (Αίγιον 26-28 Μαΐου 2006), Εταιρεία Πελοποννησιαλών Σπουδών, Αθήναι 2009, σσ. 369-384 και του ίδιου Ηθικές αμοιβές σ΄επιφανείς κληρικούς του 1821 μετεπαναστατικώς, Πρακτικά του Ζ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Δ΄, Αθήναι 2007, σ. 361.
[xv] (Την 1η Σεπτεμβρίου 1837 τιμήθηκε μέ τό αριστείο του Ιερού Αγώ­να. Έγραφε γι' αυτόν τόν Ιούνιο του 1844 τοπική εφημερίδα: «Ο συν­δημότης Πρωτοσύγκελλος χαίρει υπό πάντων των συμπολιτών του, το απαιτούμενον αυτώ σέβας, και την υπόληψιν ως λειτουργός του Υψί­στου, είναι ο μόνος, όστις μεταξύ του εδώ Κλήρου μας γινώσκει να εκπληροί ακριβώς τα θρησκευτικά του καθήκοντα- το λέγομεν, χωρίς σκοπόν έχοντες να προσβάλλωμεν τό φιλότιμον ουδενός των ιερέων μας, λειτουργών ο Πρωτοσύγκελλός μας και Ιεροπράττων ευχαριστεί τά μέγι­στα τους λειτουργουμένους χριστιανούς, και εκ του τρόπου του, και δια των, κατά καιρούς, εκκλησιαστικών του λόγων».)
[xvi] Σοφ. Δημητρακόπουλος, ο.π. σημ. 12.
[xvii] Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Συνόδου, Κληρικοί αγωνιστές του 1821.
[xviii] Σοφ. Δημητρακόπουλος, ο.π. σημ. 12.
[xix] . Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων ελληνικῆς φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σ. 29.
[xx] Χρ. Βυζαντίου, Ιστορία τακτικοῦ στρατοῦ, σ. 265. Βλ. στου Π. Γεωργαντζῆ, Οι Αρχιερεῖς και το Εικοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 189.
[xxi] Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού ΄Εθνους, τομ. 7, Αθήναι 1925 σ. 216/17.
[xxii] Παραθέματα βλ. στοῦ Π. Γεωργαντζή, ὅπ. π., σ. 190 ἔ. ἔ. Πρβλ. σ. 248 ἔ. ἔ. «Διακηρύξεις ἐθνοσυνελεύσεων», «κρίσεις συγχρόνων μὲ τὴν Ἐπανάσταση ἱστορικῶν».
[xxiii]Τέτοιες θέσεις έχουν κατὰ καιροὺς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος, ο Γ. Σκαρίμπας, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Γ. Σταματόπουλος, ο Γ. Καρανικόλας κ.ά..
[xxiv] Βλ. Γεωργίου Θ. Ζώρα, Ο απαγχονισμὸς τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε´ εις την έκθεσιν του Ολλανδού Επιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σ. 4 ε.
[xxv] . Η Ιστορία του Ελληνικοῦ έθνους, Εκδοτικῆς Αθηνών, τόμ. ΙΒ´, σ. 32 καὶ 36 (Α. Δεσποτόπουλος) γράφει σχετικά: «...Επικρίθηκε εν τούτοις ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμη, επειδὴ έστερξε στον αφορισμὸ και έστειλε τις νουθετικὲς εγκυκλίους. Οι επικριτὲς όμως δεν αναλογίζονται τί θα πάθαινε το Έθνος, αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητικὴ στάση απέναντι στις αξιώσεις του Σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, άλλωστε, τότε ο Πατριάρχης προς την σταθερὴ παράδοση της Εκκλησίας, που με παρόμοια στάση κατόρθωνε σε ανάλογες κρίσιμες περιστάσεις να σῴζει το Γένος. Άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογη και ανεύθυνη διαφορετικὴ απόφαση. Αν δεν γινόταν ο αφορισμός, ήταν σχεδὸν βέβαιο, ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδες ορθοδόξων χριστιανών».
[xxvi] Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους (Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν), τόμ. ΙΒ´, σ. 130β.
[xxvii] Κατὰ την «Προκήρυξη» του Σουλτάνου (YAFTA), «ο δόλιος Ρωμηὸς Πατριάρχης, καίτοι κατὰ το παρελθὸν είχε δώσει πλαστὰ δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατὰ την περίπτωσιν ταύτην, μὴ δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του [...] γνωρίζων δε ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περὶ επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θα επετύγχανε [...], όμως ένεκα της εμφύτου διαφθορᾶς της καρδίας του, ου μόνον δεν ειδοποίησε, ουδὲ ἐπετίμησε τους αφελείς [...], αλλά, κατὰ τα φαινόμενα, αυτὸς ο ίδιος, όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγὸς της επαναστάσεως.…» (Γ. Ζώρα, ὅπ. π., σ. 9).
[xxviii] π. Γ. Μεταλληνός, ο.π. σημ. 5
[xxix] Βλ. τις μελέτες: Νικηφ. Μοσχοπούλου, Ιστορία της Ελληνικῆς Επαναστάσεως κατὰ τους Τούρκους ιστοριογράφους, Αθήναι 1960. Ι Παπαϊωάννου, Ιστορικὲς Γραμμές, τ. Α´, Λάρισα 1979.
[xxx] π. Γεώργιος Μεταλληνός, ο.π. σημ. 5.
[xxxi]π. Γεώργιος Μεταλληνός, ο.π. σημ. 5.