Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΩΝ ΙΕΡΕΩΝ ΜΑΣ π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΙΤΣΟΥ ΚΑΙ π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΡΔΕΛΙΑΝΟΥ


 ΟΤΑΝ ΦΤΩΧΑΙΝΕΙ Η ΓΗ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΙΖΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


Στον απόηχο των τελευταίων γεγονότων της τοπικής μας Εκκλησίας, ήτοι στην εκδημία δύο ιερέων μας και εις μνήμην τους, χαράζουμε τις παρακάτω γραμμές.

ΙΕΡΩΣΥΝΗ-ΙΕΡΕΑΣ-ΔΙΑΚΟΝΙΑ
Λέξεις καμβάς για να κεντήσουμε πάνω τους τις δύο ιερατικές μορφές που έφυγαν για τον ουρανό και πέρασαν στην κατάσταση του σαββατισμού, ήτοι, της καταπαύσεως. Σαββατίζουν, αναπαύονται αναμένοντες την δευτέραν του Κυρίου Παρουσίαν, όπου θα ολοκληρώσουν τον σαββατισμό τους και θα περάσουν στην όγδοη ημέρα, αυτήν της αιωνιότητος.
Ιερωσύνη: Μυστήριο, δια του οποίου προσφέρεται η θεία Χάρις παρά του Παντο-δυνάμου Θεού εις τους προς τούτο εκλεγμένους, για να ενεργούν και να τελειώνουν τα άγια και σωτήρια μυστήρια.
Αξιώμα μέγιστο. Υπούργημα υψηλό.
Ιερεύς: Ο ενδεδυμένος την Χάριν της Ιερωσύνης. Ο Λειτουργός των ιερών και φρικτών Μυστηρίων. Ο μεταδίδων την αγιαστική και σώζουσα Χάριν. Μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.
Διακονία: Η αδιάκοπη θυσιαστική προσφορά του Χριστού στην Εκκλησία Του μέσω των Ιερέων.
Όροι αλληλένδετοι, έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες.
Η ιερωσύνη και η διακονία ενσαρκώνονται και λαμβάνουν υπόσταση στο πρόσωπο του ιερέως. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ώρισε να χρησιμοποιείται ο άκρως τιμητικώς τίτλος για τον ιερέα, αυτός του Πατέρα.
Η ιερωσύνη ως διακονία έχει την αρχή της στον Πρώτο και Μέγα Αρχιερέα και Ποιμένα στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Και μετράει δύο χιλιάδες χρόνια και πλέον πορεία. Πορεία σταυρική, μαρτυρική, θυσιαστική.
Σ’ αυτή την δισχιλιετή πορεία της η ιερωσύνη άλλοτε δοκιμάζεται και τραυματίζεται και άλλοτε δοξάζεται και λαμπρύνεται, τόσο εκ των έξω, όσο και εκ των έσω. Άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε, «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν…» (Ιωαν. 15, 20).
Όμως, πορεύεται και ο χορηγός Μέγας Αρχιερεύς Χριστός δεν αφήνει αμάρτυρον την ιερωσύνη Του σε κάθε εποχή αναδεικνύοντας αξίους της αποστολής τους ιερείς, που είναι σύμφωνα με τον λόγο Του, «… φως του κόσμου» και «πόλις επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. 5, 14). Εξακολουθεί να καλεί και να συμπεριλαμβάνει στην Εκκλησία Του Ματθαίους, Πέτρους, Ιωάννιδες, Θωμάδες, Ιούδες… και τους αποστέλλει στον κόσμο. Και Εκείνος επεμβαίνει και φανερώνεται άλλοτε στην αυλή του Αρχιερέως για να φρονιματίσει τους οξύθυμους και να προσγειώσει τους υπερβάλοντας, «…ου δύνασαί μοι νυν ακολουθήσαι…» (Ιωαν. 13, 36).
Άλλοτε για να δώσει ευκαιρία στον ολισθήσαντα και απεγνωσμένο, «…Εταίρε, εφ’ ω πάρει;…» (Ματθ. 26, 50).
Άλλοτε, «κεκλεισμένων των θυρών» για να απαλείψει τις επιφυλάξεις και να ενισχύσει την πίστη, «…φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε…» (Ιωάν. 20, 27).
Άλλοτε, «επί της θαλάσσης της Τιβεριάδος» για να τονώσει την ελπίδα και την αισιοδοξία, «…βάλετε εις τα δεξιά μέρη του πλοίου το δίκτυον… έβαλον ουν, και ουκέτι αυτό ελκύσαι ίσχυσαν…» (Ίωαν. 21, 6).
Άλλοτε στην πορεία «προς Εμμαούς» για να διώξει τους φόβους, «… ουχί ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξαν αυτού;» (Λουκ. 24, 26).
ΆλλοτεΆλλοτε
Ναι είναι παρών και τώρα και πάντα με τους Δώδεκα τότε και με τους πολλούς σήμερα και με το Άγιο Πνεύμα καθοδηγεί την Εκκλησία Του. Έτσι θέλησε να προσφέρει και να προσφέρεται δια της αγιας Ιερωσύνης, της μαρτυρικής και θυσιαστικής, την οποία διακονούν άνθρωποι φέροντες ασθένεια, αφού ο ίδιος πάλιν βεβαίωσε τον Απόστολο Παύλο, «…αρκεί σοι η χάρις μου· η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται…»   Κορ. 12, 9).
Η τοπική μας Εκκλησία με την Αρχιερατική ευθύνη και την πνευματική καθοδήγηση του πεφωτισμένου Επισκόπου της, δίδει την καλή μαρτυρία στον κόσμο, εις ότι αφορά την ιερωσύνη και την διακονία της. Η καλή μαρτυρία δεν είναι ετικέτα, η ρεκλάμα διαφημιστική, για να προβληθεί και αναδειχθεί το πομαντικό-ιερατικό έργο, αλλά πληροφορία διακονίας για να δοξάζεται ο Θεός και να μεγαλύνεται η Εκκλησία Του εις τον κόσμον.
Η έννοια της καλής μαρτυρίας ως αδιακόπου ποιμαντικής προσφοράς της τοπικής Εκκλησίας αντικατοπτρίζεται στις μορφές και το έργο των ευλαβεστάτων ιερέων της.
Χρέος ιερό μας υπαγορεύει να αναφερθούμε σε δύο σπουδαίες ιερατικές μορφές, που πρόσφατα ανεχώρησαν για τον ουρανό.

          Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Κίτσος (1982-2019)

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σαρδελλιάνος (1978-2019)
  
Στα πρόσωπα των δύο μακαριστών πατέρων Νικολάου και Γεωργίου
Εβιώθη και ανεδείχθη
Το γνήσιο ορθόδοξο Χριστιανικό ήθος.
Το αυθεντικό λειτουργικό πνεύμα.
Το ταπεινό διακονικό φρόνημα.
Η Αγιοπατερική Εκκλησιαστική Παράδοση.
Η Ποιμαντική Τέχνη και Επιστήμη.
Εκηρύχθη
Το Ευαγγέλιο και εμορφώθη Χριστός εις τους ανθρώπους
Ετιμήθησαν
Οι άγιοι και εδοξάσθη ο Θεός
Εμεγαλύνθη
Η Εκκλησία του Χριστού.


Θεωρούμεν σκόπιμον και αναγκαίον να μεταφέρουμε αποσπάσματα από τους επικήδειους λόγους, οι οποίοι εξεφωνήθησαν κατά τις Εξοδίους ακολουθίας.
Απόσπασμα από τον επικήδειο λόγο που εξεφώνησε ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως μας Πανοσ. Αρχιμ. π. Ιωακείμ Βενιανάκης κατά την Εξόδιον Ακολουθίαν του μακαριστού π. Νικολάου Κίτσου:

«… Ο μακαριστός πλέον Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Κίτσος σφράγισε ανεξίτηλα τη ζωή ολόκληρης της τοπικής μας Εκκλησίας κατά την τελευταία τεσσαρακονταετία. Υπήρξε ένα επίλεκτο μέλος του πρεσβυτερίου της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων & Αιγιαλείας. Έλαβε την αγία ιερωσύνη δια χειρών του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας. Στις 5.07 του 1982 χειροτονήθηκε διάκονος στον Ιερό Ναό της Θεοπρομήτορος Άννης στο Συνοικισμό Αιγίου. Ενώ στις 9.04.1984 έλαβε το βαθμό του πρεσβυτέρου εδώ στον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Δημητροπούλου, τον οποίο υπηρέτησε θυσιαστικώς έως σήμερα. Δημιούργησε μαζί με την ευσεβή πρεσβυτέρα του μια θεοφιλή οικογένεια. Εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου μεγάλωσαν τα δύο παιδιά τους, τα σπούδασαν και τα απεκατέστησαν μεταλαμπαδεύοντας στις ψυχές τους πίστη στο Χριστό και τις πανανθρώπινες αξίες.
Όλοι μας σήμερα, ομιλούμε για τον ευλαβέστατο και εξαίρετο κληρικό, τον πράο, ταπεινό και μειλίχιο, τον ευγενή, τον κομψό στους τρόπους του και στην συμπεριφορά του, τον άριστο και ιεροπρεπή λειτουργό και μυσταγωγό του Ιερού Θυσιαστηρίου. Ο π.Νικόλαος συμβολίζει τη γενιά του πνευματικού αγώνα, τον αγώνα για δίκαιο, αλλά και τη γενιά της δημιουργίας. Έζησε και πάλεψε μέσα σε δύσκολες συνθήκες, δίνοντας το δικό του αγώνα γι’ αυτό εδώ τον τόπο. Στη συνέχεια μέσα από τη θέση του προσέφερε και συνέβαλε στην πνευματική ανάπτυξη και την ευημερία του χωριού. Ως ιερέας ο λόγος του ήταν μεστός, η στάση του σεμνή, με τον τρόπο του φρόντιζε να βρίσκεται δίπλα στους ενορίτες του, δίνοντάς τους δύναμη για να μπορέσουν να σταθούν όρθιοι. Φιλόξενος πάντοτε, άνοιγε την πατρική του αγκαλιά όπως ο Αβραάμ σε κάθε αδελφό που τον επισκεπτόταν και αποζητούσε λίγη ανθρώπινη αγάπη στην αφιλόξενη ζωή μας.
Ο Αϊ Γιάννης ήταν το σπίτι του, ο χώρος που αντλούσε δύναμη από τη δύναμη του Θεού για να μπορεί να υπηρετεί το ποίμνιό του. Τόση ήταν η αγάπη του για τον Άγιο ώστε φρόντιζε να περνάει τις περισσότερες ώρες στο ναό και μάλιστα μόνος του να τον ευπρεπίζει. Οι ενορίτες του Αϊ Γιάννη ήταν η μεγάλη οικογένειά του. Το ενδιαφέρον του για τους κατοίκους του Δημητρόπουλου ήταν έντονο και διαρκές μέσα από την παρουσία του σε όλες τις οικογενειακές, κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις τους. Όμως η δραστηριότητά του εκτεινόταν και πέρα από τα όρια της ενορίας του.
Φιλακόλουθος και φιλομόναχος όπως ήταν θεράπευε συχνά τις λειτουργικές ανάγκες του Μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στο Βερίνο, ενώ ταυτόχρονα ένιωθε βαθύ σεβασμό και αγάπη για το γειτονικό Μοναστήρι των Ταξιαρχών.
Θαυμαστό όμως ήταν και το κηρυκτικό του έργο, καθώς από στήθους αναφερόταν στην ανθολογία της πατερικής διδασκαλίας εντυπωσιάζοντας τον ακροατή με την βαθύτατη γνώση και μελέτη του ατέρμονου ωκεανού της πατερικής γνώσης, που δεν την εξέφραζε μόνον θεωρητικά αλλά την έκανε εσωτερικό βίωμα της ζωής του. Το εκκλησιαστικό του ήθος και η λειτουργική κατάρτισή του ώθησαν τον Σεβασμιώτατο να του αναθέσει την οργάνωση των Εγκαινίων των Ναών. Δεκάδες ναοί στην Αιγιάλεια και τα Καλάβρυτα εγκαινιάστηκαν με την φροντίδα και την επιμέλεια του π. Νικολάου, ο οποίος προετοίμαζε με κάθε λεπτομέρεια και ακρίβεια την τελετή.
Παράλληλα ο Σεβασμιώτατος αξιοποιώντας την άριστη θεολογική κατάρτιση και καλλιέργειά του και τον ένθεο ζήλο του για την Ορθοδοξία και την Εκκλησία τον συμπεριέλαβε στην αντιαιρετική ομάδα της Μητροπόλεως, μέσα στην οποία εργάστηκε υποδειγματικά μαζί με τους άλλους πατέρες, καταθέτοντας ευθαρσώς και ορθοτομώντας την αλήθεια έναντι της πλάνης και των αιρέσεων, που καταδυναστεύουν την ζωή του ανθρώπου.
Ανάμεσα όμως στα πολλά τάλαντα που ο Θεός του έδωσε, ήταν το χάρισμα της τέχνης της αγιογραφίας. Κάθε κίνηση του πινέλου του πάνω στον καμβά η το ξύλο συγχρονιζόταν από βαθύτατη εσωτερική προσευχή της ψυχής. Σαν ο ίδιος ο εικονιζόμενος άγιος να καθοδηγούσε το χέρι του αριστοτέχνη δημιουργού της εικόνας του. Τα αποτελέσματα της τέχνης του μπορεί να τα θαυμάσει κανείς στο Ναό και τα ξωκλήσια της ενορίας του που κοσμούνται από τις φορητές του εικόνες. Από το 2008 έως το 2018 δεκάδες μαθητές της σχολής της Αγιογραφίας της Μητροπόλεώς μας έμαθαν από τα χέρια του π. Νικολάου την ιερή τούτη τέχνη, ο οποίος με υπομονή, επιμονή και με τον πατρικό του λόγο τους ενέπνεε και τους έδιδε ελπίδα και δύναμη να συνεχίσουν. Η μαθητεία κοντά του ήταν μια πραγματική απόλαυση και γέμιζε τις ψυχές χαρά, αγάπη και ενδιαφέρον για την Αγιογραφία.
Ο π. Νικόλαος διέθετε βαθειά πίστη στο Θεό, έδωσε μαρτυρία ψυχή και σώματι για το σταυρό του ράσου, γι’ αυτό, στα διάφορα προβλήματα που αντιμετώπισε και αντιμετώπιζε ιδιαιτέρως κατά την τελευταία περίοδο της δοκιμασίας του, εύρισκε καταφύγιο, παρηγοριά, ελπίδα και στήριγμα στον Θεό και την Εκκλησία.
Ουδέποτε γόγγυσε, ούτε για μια στιγμή δεν λύγισε η ολιγοπίστησε στις δοκιμασίες της ζωής λες και από πάντοτε ήταν έτοιμος να κάνει το μεγάλο άλμα προς την αιωνιότητα…»

Επίσης απόσπασμα από τον επικήδειο λόγο που εξεφώνησε ο Αιδεσιμολ. π. Κωνσταντίνος Μητρόπουλος, Ιερατικός Προϊστάμενος του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού των Καλαβρύτων, εις την Εξόδιον Ακολουθίαν του μακαριστού π. Γεωργίου Σαρδελλιάνου:

«… Ο μεταστάς γεννήθηκε το έτος 1952 από τους ευσεβείς γονείς Ιωάννη και Αλίκη. Νυμφεύθηκε την ευσεβέστατη Ευαγγελία, μετά της οποίας απέκτησε δύο παιδιά τον Νεκτάριο και την Αλίκη. Το 1979, σε ώριμη ηλικία, εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου, προκειμένου να υπηρετήσει στον Ιερό Ναό «Τιμίου Προδρόμου» Κερπινής. Έτσι, χειροτονήθηκε Διάκονος στις 25 Μαρτίου 1979 στην Αγία Λαύρα και Πρεσβύτερος ένα χρόνο αργότερα από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Αμβρόσιο.
Ο μακαριστός π. Γεώργιος υπηρέτησε επί 40 συνεχή έτη τον Αμπελώνα του Κυρίου με ζήλο και ταπείνωση. Ο αείμνηστος Λειτουργός του Υψίστου διακρινόταν για την απλότητα, την πίστη, την εργατικότητά του και την αγάπη του προς την αγία μας Ορθοδοξία. Είχε αυξημένη πίστη, ευσέβεια και διάθεση διακονίας λαού του Θεού και ήταν ιδιαίτερα φιλακόλουθος τόσο που ξεπερνούσε και το μοναστικό τυπικό. Κλήθηκε από το Θεό να ποιμάνει τον ευσεβή λαό της Κερπινής.
Κύριο εφόδιο της ιερατικής του διακονίας ήταν η πλούσια καρδιά του. Μια καρδιά πλημμυρισμένη από αγνά συναισθήματα και βιώματα χριστιανικά και θείες εμπειρίες. Προπάντων, μια καρδιά γεμάτη με τη Χάρη του Θεού, που «τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».
. . . . .
Πολυσέβαστέ μας πατέρα Γεώργιε,
Υπήρξες ευγενής. Σήκωσες με σιωπή και αγόγγυστα το σταυρό της ασθένειας, αλλά και με ευφρόσυνη όψη περίμενες τον θάνατο όπως λέει και ο Καβάφης στο ποίημά του «Μανουήλ ο Κομνηνός».
Δεν θα ξεχάσουμε ότι τα τελευταία σου λόγια πριν βυθιστείς σε κώμα ήταν «Δόξα σοι ο Θεός». Μας θύμησες ότι ο θάνατος για τον χριστιανό είναι μετάσταση εκ των λυπηρότερων προς τα θυμηδέστερα και ανάπαυση και χαρά.
Υπήρξες άκακος και αμνησίκακος. Ποτέ δεν κακολόγησες όποιον σε πίκρανε. Η εκδίκηση, ούτε ως λέξη δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο της καρδιάς σου. Στην τελευταία φορά που βρεθήκαμε μαζί στο θυσιαστήριο μου εκμυστηρεύτηκες «Από όσους έτρεξαν στο πετραχήλι μου κανέναν δεν άφησα να φύγει λυπημένος, βοηθώντας να καταλάβουν τι είναι η αγάπη του Θεού».
Υπήρξες αφιλοχρήματος. Ποτέ σου δε ζήτησες. Χέρι δεν άπλωσες. Δεν αγάπησες τα χρήματα. Γι’ αυτό και γεύτηκες πλούσια την αγάπη των ενοριτών σου. Εξάλλου, πολλοί είναι κι εκείνοι που γεύτηκαν τη δική σου αγάπη. Έκανες το καλό και το ξεχνούσες. Σου έφτανε που το γνωρίζει ο Κύριος.
Υπήρξες ακούραστος λειτουργός και φίλος των αγίων, τους οποίους κάθε μέρα τιμούσες λειτουργώντας αγόγγυστα, ακόμη και τα πιο δύσβατα εξωκλήσια τους. Όλους αυτούς θα τους βρεις τώρα πρεσβευτές σου μπροστά στο Θρόνο του Θεού…»

Ολοκληρώνοντας τις ταπεινές μας σκέψεις επιθυμούμε να καταθέσουμε και κάποιες διαπιστώσεις-σημεία που βιώσαμε στα σεπτά λείψανα των κοιμηθέντων ιερέων μας.
Είναι γνωστό σε όλους μας, ότι γνώρισμα των κοιμηθέντων αποτελεί το πάγωμα του σώματος και η εξ αυτού ακαμψία. Όμως στις περιπτώσεις των δύο κοιμηθέντων ιερέων μας, μετ’ εκπλήξεως και δέους, διαπιστώσαμε και βιώσαμε το αντίθετο· το μη πάγωμα και την ευκαμψία των σώμάτων τους. Ο Επίσκοπός μας ασπαζόμενος τα σεπτά λείψανά τους επιβεβαίωσε, με το να υψώσει τα χέρια τους, τα όσα αναφέρουμε και εμίλησε για θεοσημεία. Η χάρις του Θεού μαρτύρεται την αξιότητα των ιερέων στον κόσμο και μας οδηγεί να αναφωνήσουμε:
«Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου» (Ψαλμ. 76, 11)
«Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνο» (Ψαλμ. 76, 14-15).
Αυτούς τους αριστείς της Ποιμαντικής Τέχνης και Επιστήμης, τους φρικτηρούς των ιερών Μυστηρίων, τους ανύστακτους ποιμένες, τους αληθινούς Πατέρες, κατευοδώσαμε στον ουρανό δακρυρροούντες και αλγόμενοι γιατί όντως φτωχήναμε. Ωστόσο πιστεύουμε ακράδαντα ότι επλουτίσθη ο ουρανός και αυτό μας γεμίζει παρηγορία και ελπίδα.

 Τους παρακαλούμε να προσεύχονται από εκεί να αναδεικνύει ο Κύριός μας ισαξίους αυτών λειτουργούς Του εις την Αγιώτατη Εκκλησίας Του.
Αιωνία τους η μνήμη!
Ας έχουμε την ευχή τους.



Πρωτοπρεσβύτερος Χρήστος Τσάκαλος
Αρχιερατικός Επίτροπος Βοστίτσης