Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2008

"ΞΕΝΟΣ" - ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Ξένος!
Τοῦ Μητροπολίτου Καλαβρύτων & Αἰγιαλείας Ἀμβροσίου


«Ξένε, μια πρώτη έχω ερώτηση, που απόκριση γυρεύει·
ποιός είσαι κι από που; τα ρούχα που φορείς ποιός σου τα χάρισε;»


1. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
1.1 Ξένος! Μία περίεργη λέξη! Τόσο όμορφη και περιεκτική, αλλά συγχρόνως και τόσο παράδοξη! Μία λέξη, η οποία απαντάται στο ελληνικό λεξιλόγιο ήδη από τα πρώϊμα χρόνια της ιστορίας μας. Μία λέξη, η οποία έχει μέσα της μίαν αντιφατικότητα! Σημαίνει και τον φίλο, και τον μη Έλληνα και τον εχθρό!
α) Τον φίλο, δηλ. τον από μίαν ξένην χώραν προ-ερχόμενο φίλο, όστις διατελεί υπό την προστασία του Ξενί-ου Διος, π.χ. στο έργο «Ομήρου Οδύσεια» συναντάμε την φράση: «ξείνοι δ ἀλλήλων πατρώιοι ευχόμεθ’είναι» [1]
β) Τον μη Έλληνα, τον βάρβαρο,πχ.«ξείνους γαρ εκάλεον τους βαρβάρους» [1]. Τούτο πιθανώτατα συνέβαινε στη Σπάρτη.
γ) Αλλά και το εχθρό. Στους Ρωμαίους η φράση «ο ξένος άνθρωπος» είχε λάβει την σημασία του εχθρού [1].
1.2 Ξένος! Μία λέξη, που απαντάται συγχρόνως και ως ουσιαστικό και ως επίθετο.
α) Ως ουσιαστικό: Ξένος είναι:
- ο κάτοικος-πολίτης μιας άλλης πόλεως η χώρας, που μας επισκέπτεται κι’εμείς τον δεχόμαστε και τον φιλοξε-νούμε.
- ο δεχόμενος την φιλοξενία, τις περιποιήσεις κάποιου άλλου.
-ο πρόσφυγας, ο αλλοδαπός, ο αδύνατος και ανυπεράσπιστος άνθρωπος.
- ο εργάτης, ο μισθωτός.
β) Ως επίθετο σημαίνει:
- Κάποιο πρόσωπο, που δεν είναι δικό μας. π.χ. Αυτός ο Δήμαρχος είναι ξένος, δεν είναι ο δικός μας!
-Κάποιο πράγμα, που δεν μας ανήκει. π.χ. «Μη το εγγίζεις, είναι ξένο αυτό το μηχάνημα. Δεν είναι το δικό μας».
-Επίσης μία θεωρία, μια ιδέα, μια σκέψη, μια πρόταση, της οποίας δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε την πατρότητα.
-Μία σχέση η μια φιλία, που δεν υπάρχει πια, π.χ. «έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ως ο τελώνης»[1], η «δεν ήταν καλός αν-θρωπος, και τον αποξένωσα».
-Κάτι που είναι παράδοξο, ακατανόητο: π.χ. «ξένον τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου» [1]
1.3
Ξένος, μία λέξη εκκλησιαστική, αγιογραφική, μία λέξη με έννοια και περιεχόμενο κυρίως θεολογικό! Θα το έλεγα εσχατολογικό. Αυτήν την σημασία θα προσεγγί-σουμε σήμερα.

2· ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Στην Π.Δ. κυριαρχεί η αντίληψη, ότι ο Ισραήλ είναι ξένος πάνω στη γη. Η γη Χαναάν ήταν η γη, που ο Θεός είχεν υποσχεθή στον Αβραάμ και τους απογόνους του, αλλ’ ο Θεός παραμένει ο πραγματικός κύριος και ιδιο-κτήτης της. Ο Αβραάμ είχε το δικαίωμα χρήσεως, είχε την επικαρπία, θα έλεγα, αλλ’ όχι την κυριότητα! Αυτήν ακρι-βως την αντίληψη εκφράζει η ρήσις του Αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους: «Του γαρ Κυρίου η γη και το πλήρω-μα αυτής»[1], η οποία αργότερα συμπληρώθηκε με την προ-σθήκη «η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή»[1] .
Συνεπής προς την αντίληψη αυτή ο Δαβίδ στον 14ο Ψαλμό του διερωτάται: «Κύριε, τις παροικίσει εν τω σκηνώ-ματί σου; η τις κατασκηνώσει εν όρει αγίω σου»; Δηλ. Κύριε, ποιός είναι άξιος έστω και ως φιλοξενούμενος να παραμείνη στο επί γης κατοικητήριό σου; Η ποίος θα θεωρηθή ικανός να στήση την σκηνήν του εις το άγιόν σου όρος και....να λατρεύση πρεπόντως τη μεγαλοπρέπειά σου;» [1].
Αλλά και στον 38ο Ψαλμό επίσης κυριαρχεί η αυτή ιδέα: «εισάκουσον της προσευχής μου, Κύριε, και της δεήσε-ως μου, ενώτισαι των δακρύων μου· μη παρασιωπήσης, ότι πάροικος εγώ ειμί παρά σοι και παρεπίδημος, καθώς παν-τες οι πατέρες μου» [1].
Η ιδέα, λοιπόν, της χρήσεως και όχι της ιδιοκτη-σίας όχι μόνον της γης, αλλά και της παρούσης ζωής είναι διάχυτη στα ιερά κείμενα. Στο ιστορικό βιβλίο των Παρα-λειπομένων συναντάμε την εξής συγκινητική αναφορά: «ότι σα τα πάντα, και εκ των σων δεδώκαμέν σοι [1]. Ότι πα-ροικοι εσμέν εναντίον σου και παροικούντες ως πάντες οι πατέρες ημών. Ως σκια αι ημέραι ημών επί της γης και ουκ έστιν υπομονή»[1].
Η ιστορία της Εκκλησίας κατά την περίοδο της Παλαι-ας Διαθήκης είναι διάσπαρτη από παραδείγματα ανθρώ-πων, οι οποίοι με οδηγό την πίστη και με βαθειά συνείδηση στην παροδικότητα της παρούσης ζωής έζησαν και εμεγα-λούργησαν. Ο άγιος Απόστολος Παύλος στην προς Εβραί-ους επιστολή του αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο, το ενδέκα-το, διηγούμενος παρόμοια περιστατικά. Αποσπώ κάποια απ’αυτά: «Πίστει καλούμενος Αβραάμ υπήκουσεν εξελθείν εις τον τόπον, ον έμελλε λαμβάνειν εις κληρονομίαν, και εξήλθε μη επιστάμενος που έρχεται.
Πίστει παρώκησεν εις την γην της επαγγελίας ως αλλο-τρίαν, εν σκηναίς κατοικήσας μετά Ισαάκ και Ιακώβ των συγκληρονόμων της επαγγελίας της αυτής· εξεδέχετο γαρ την τους θεμελίους έχουσαν πόλιν, ης τεχνίτης και δημιουρ-γος ο Θεός. ..... Κατά πίστιν απέθανον ούτοι πάντες, μη λαβόντες τας επαγγελίας, αλλά πόρρωθεν αυτάς ιδόντες και ασπασάμενοι, και ομολογήσαντες ότι ξένοι και παρεπί-δημοί εισίν επί της γης. Οι γαρ τοιαύτα λέγοντες εμφανί-ζουσιν ότι πατρίδα επιζητούσι. Και ει μεν εκείνης εμνημό-νευον, αφ’ής εξήλθον, είχον καιρόν ανακάμψαι· νυν δε κρείττονος ορέγονται, τούτ’ έστιν, επουρανίου. Διο ουκ επαισχύνεται αυτούς ο Θεός, Θεός επικαλείσθαι αυτών· ητοίμασε γαρ αυτοίς πόλιν» [1].
Στη ζωή αυτή δεν είμεθα απλώς περαστικοί, αλλά και η ζωή μας εδώ κάτω είναι σύντομη. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο και ο Δαβίδ παρακαλεί τον Θεό να σπεύση σε βοήθειά του. «Ανταπόδος τω δούλω σου· ζήσομαι και φυλάξω τους λόγους σου· αποκάλυψον τους οφθαλμούς μου, και κατανο-ήσω τα θαυμάσια εκ του νόμου σου. Πάροικος εγώ ειμί εν τη γη· μη αποκρύψης απ’εμού τας εντολάς σου. Επεπόθη-σεν η ψυχή μου του επιθυμήσαι τα κρίματά σου εν παντί καιρώ»[1].
Η ιδέα περί του ότι η ζωή μας εδώ κάτω είναι σύντομη φωτίζεται ακόμη περισσότερο από την διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. «Τούτό δε φημί, αδελφοί, ο καιρός συν-εσταλμένος το λοιπόν εστιν, ίνα και οι έχοντες γυναίκα ως μη έχοντες ώσι και οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες και οι χαι-ροντες ως μη χαίροντες και οι αγοράζοντες ως μη κατέχον-τες και οι χρώμενοι τω κόσμω τούτω ως μη καταχρώμενοι· παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» [1].

· Στην Κ.Δ. η ιδέα, ότι είμεθα περαστικοί από τη γη, αληθινά διαβατάρικα πουλιά, εμπλουτίζεται, φωτίζεται και εμβαθύνεται. Ναι, είμαστε περαστικοί από τη γη, όχι μόνο επειδή αυτή ανήκει στο Θεό, αλλά και για τον προσ-θετο λόγο: διότι Πατρίδα μας είναι ο ουρανός, όπου η Βασιλεία του Θεού, εμείς δε είμαστε πολίτες της Επουρά-νιας αυτής Βασιλείας! Στη γη βρεθήκαμε κατ’ ανάγκην, ως εξόριστοι, έπειτα από την παράβαση και την παρακοή των Πρωτοπλάστων. Γι’αυτό και η περιοχή αυτή ονομάζεται «κοιλάδα του κλαυθμώνος!».
Την διδασκαλία αυτή μας παραδίδει ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας προς τους Κορινθίους: «Οίδαμεν γαρ ότι εάν η επίγειος ημών οικία του σκήνους καταλυθή, οικο-δομήν εκ Θεού έχομεν,οικίαν αχειροποίητον αιώνιον εν τοις ουρανοίς»[1]. Αυτό το σώμα, που θα λάβουμε μετά την ανά-σταση, θα είναι άφθαρτο. Θα είναι όπως το Σώμα του ανα-στημένου Κυρίου μας. Δεν περιοριζόταν ούτε στο χώρο, ούτε από το χρόνο· ο Κύριος εισερχόταν στο υπερώο «κε-κλεισμένων των θυρών»· εμφανίσθηκε ξαφνικά στους Μα-θητές, πορευόμενους προς Εμμαούς, έπειτα δε «εγένετο άφαντος απ’αυτών». Δεν ήταν φάντασμα· ο Κύριος για να πείση τους απορούντες Μαθητές έφαγε μαζί τους «από ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου». Το άγιο Σω-μα Του δεν ήταν άσχετο με την προηγούμενη μορφή Του· ο Θωμάς μπορούσε να ψηλαφήση τις πληγές απ’ τα καρφιά, όπως επίσης και την πλευρά, που είχε λογχευθή. Κάπως έτσι. λοιπόν, θα είναι το σώμα μας μετά την ανάσταση. Γι’ αυτό και ο Απ. Παύλος γράφει προς τους Κορινθίους: «ιδού μυστήριον υμίν λέγω· πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, παν-τες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι· σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα.Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσα-σθαι αθανασίαν. Όταν δε το φθαρτόν τούτο ενδύσηται αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσηται αθανασίαν, τότε γενήσεται ο λόγος ο γεγραμμένος· κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος. Που σου, θάνατε, το κέντρον; που σου, άδη, το νίκος;» [1]
Αδελφοί μου, είμεθα ουρανοπολίτες! «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει»! Άραγε το έχουμε νοιώσει; Έχει περάσει «στο πετσί μας» αυτή η μεγάλη αλήθεια; «Όθεν, αδελφοί άγιοι, κλήσεως επουρανίου μέτοχοι, κατα-νοήσατε τον απόστολον και αρχιερέα της ομολογίας ημών Ιησούν Χριστόν» [1]

· Εκεί, στη Βασιλεία του Θεού, είναι το σπίτι μας! Εκεί, ούτε μετανάστες θα είμεθα, ούτε και ξένοι! Διότι εκεί ευρί-σκεται ο Πατέρας μας, ο Επουράνιος Θεός! Εκεί είναι η Μη-τέρα μας, η Υπεραγία Θεοτόκος! Εκεί είναι οι αδελφοί μας και οι συγγενείς μας, οι άγιοι της πίστεώς μας! «Άρα ουν, λέγει ο Απ. Παύλος, ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» [1]. Και όχι μονον! Αλλά και κληρονόμοι και συγκληρονόμοι Ιησού Χριστου. «Τέκνα Θεού εσμέν· ει δε τέκνα, και κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν, ίνα και συνδοξασθώμεν» [1].

· Εκεί, στη Βασιλεία του Θεού, μας αναμένει η ανταπό-δοση και η δικαίωση! Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα [1] είδαμε την ιστορία του πτωχού Λαζάρου και του αδιάφο-ρου «καλοπερασάκια» πλουσίου, ο οποίος έχει μια εγωϊστι-κη αντίληψη για τη ζωή. Ήταν οπαδός της θεωρίας: «φάγω-μεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», αδιαφορώντας πλήρως για τον διπλανό του. Στον Άδη πια βασανιζόμενος και στενάζων, παρακαλεί τον πατέρα Αβραάμ να αποστεί-λη τον Λάζαρο, ώστε να δροσίση την γλώσσαν του με λίγο νεράκι· τότε όμως ο Αβραάμ δίδει την απάντηση: «τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά. Νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι»[1]. Γιατί παραπονείσαι, ω πλούσιε; Τώρα πια είναι η σειρά του Λάζαρου να απολαμβάνη, όσα απολάμβανες συ στη γη! Η ελπίδα της ανταποδόσεως και της δικαιώσεως από τη φιλανθρωπία του Θεού μας δίδει φτερά! Γλυκαίνει τις πίκρες, αμβλύνει τις δοκιμασίες, υπερβαίνει τα αδιέξο-δα, χαρίζει στην ψυχή την χαρμολύπη, μετατρέπει τον αδύ-ναμο άνθρωπο σε υπεράνθρωπο! Όταν ο πιστός υποφέρει για την αγάπη του Θεού, τότε χαίρει «εν τοις παθήμασί» του! Μαζί με τον φυλακισμένο άγιο Απόστολο Παύλο ανα-φωνεί: «ημίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν» [1]. Μαζί με τον Απ. Πέτρο ανακράζει: «αλλ’ ει πάσχοιτε δια δικαιο-σύνην, μακάριοι»! Μαζί με τον Απόστολο των Εθνών δια-σαλπίζει: «νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου»! [1]. Τέλος και η Εκκλησία στην ευχαριστη-ριακή της σύναξη δέεται: «Μνήσθητι, Κύριε, των καρποφο-ρούντων και καλλιεργούντων εν ταις αγίαις σου Εκκλη-σίαις και των μεμνημένων των πενήτων. Άμειψαι αυτούς τοις πλουσίοις σου και επουρανίοις χαρίσμασι· χάρισαι αυ-τοις αντί των επιγείων τα επουράνια, αντί των προσκαίρων τα αιώνια, αντί των φθαρτών, τα άφθαρτα»[1].
Κατ’αντίθεση προς τον πιστό άνθρωπο, οι άλλοι, «οι μη έχοντες ελπίδα»[1], κατά τον Απ. Παύλον, ζουν σε μία κατάσταση πόνου και οδύνης, βυθισμένοι στο σκοτάδι της απογνώσεως! Τραγική φιγούρα ανθρώπου στην κατηγορία αυτή μια γυναίκα απ’τή Χιλή έφθασε στο σημείο να που-λάει την ψυχή της για 4.000 €! «Απελπισμένη λόγω οικονο-μικών προβλημάτων... πουλάει την ψυχή της μέσω διαδι-κτύου τόσο στο διάβολο, όσο και σ’αυτόν που θα δώσει τα περισσότερα χρήματα. Η 35χρονη ζητάει 4.000 € και θα χρη-σιμοποιήσει τα χρήματα για να εξοφλήσει υποχρεώσεις. Η γυναίκα περιγράφει το...προϊόν ως εξής: «Εξαιρετικά καλή, ευγενής και δεν έχει χρησιμοποιηθή πολύ». Στο σημείο που η προσφορά απευθύνεται στο διάβολο γράφει: «κύριε διάβο-λε, εάν ενδιαφερθήτε για την αγορά, να η ευκαιρία και πο-λυ φθηνή» [1].

·Οι Εβραίοι, με οδηγό τους τον Μωϋσήν, διεπέρα-σαν την Ερυθρά Θάλασσα και έφθασαν στην έρημο, όπου παρέμειναν σαράντα τόσα χρόνια. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο Θεός τους έτρεφε με το μάννα και τα ορτύκια από τον ου-ρανό· τα υποδήματά τους δεν έλοιωσαν, τα ρούχα τους δεν εφθάρησαν!Ταυτοχρόνως όμως οι Εβραίοι δεν είχαν μόνιμη κατοικία, δεν είχαν χωράφια, καταστήματα, επιχειρήσεις και αποταμιεύσεις! Ήσαν απλώς ταξιδιώτες υπό την προ-στασία του Θεού! Ήσαν διερχόμενοι, περαστικοί και διαρ-κως εν κινήσει! Προορισμός τους ήταν η γη της επαγγελίας! Αυτή όμως η περίοδος των Εβραίων, κατά την ευδοκία του Θεού, αποτέλεσε συγχρόνως μια προτύπωση, ένα προϊδε-ασμό για μας, τον νέο Ισραήλ. Το γεγονός της διαβάσεως της Ερυθράς Θαλάσσης, που είχε σαν αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από την δουλεία των Φαραώ, οι Ιουδαίοι το εώρταζαν επισήμως! Ήταν το Πάσχα τους! Άλλωστε η λέξη Πάσχα αυτό ακριβώς σημαίνει: δ ι α β α σ η!
Πάσχα για τον νέο Ισραήλ, δηλ. τους Χριστιανούς, είναι η απαλλαγή μας από τη δουλεία της αμαρτίας, η ελευ-θέρωσή μας από την δυναστεία του Διαβόλου και το πέρα-σμα μας στην εν Χριστώ σωτηρία, δηλ. την επάνοδό μας επ-αναφορά μας στην αγκαλιά του Επουρανίου Πατρός, στη Βασιλεία των Ουρανών.
·
Κατ’ αναλογίαν, λοιπόν, ο νέος Ισραήλ, δηλ. εσείς κι’ εγώ, όλοι μας, ευρισκόμεθα διαρκώς εν κινήσει! Διαβαί-νουμε την έρημο της επίγειας ζωής και πορευόμεθα προς τον ουρανό. Κινούμεθα συνεχώς, προωθούμενοι προς την Βασιλεία του Θεού! Σκοπός μας είναι η νέα γη της επαγ-γελίας, η αληθινή γη της επαγγελίας, ο Παράδεισος! Γι’ αυ-το και, όντας στη γη, προγευόμεθα τα αγαθά της Βασιλείας Του, ζούμε δε υπό το πρίσμα της αιωνιότητος! Μετράμε τα πάντα με τον πήχυ της Βασιλείας του Θεού. Όσα αντέχουν εκεί, τα κρατάμε, όσα δεν αντέχουν στην αιωνιότητα, δηλ. όσα είναι μάταια, φθαρτά, πρόσκαιρα και αμαρτωλά, τα απορρίπτουμε. Συνειδητοποιούμε συνεχώς και περισσότερο ότι «ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα· επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται»[1]. Όσοι είμεθα συνειδητοί χριστιανοί πορευόμεθα την οδό της ευσεβείας, εξαγοραζόμενοι τον καιρό.
·
Με την προοπτική της αιωνιότητος τα πράγματα αλλάζουν νόημα, ο κόσμος αποκτά μια άλλη θεώρηση. Τα λαμπερά πράγματα χάνουν κάτι από την καταυγάζουσα αίγλη τους! Τα φανταχτερά χρώματα, αποβάλλουν κάτι α-πο το μεγαλείο τους! Τα μεγάλα αξιώματα παύουν να είναι δελεαστικά! Οι χαρές της ζωής δεν είναι ωλοκληρωμένες! Τα μάτια μας θεώνται τον κόσμον με ένα διαφορετικό τρόπο. Αυτό άλλωστε υπό άλλην έποψιν το έχει παραδεχθή και η σύγχρονη επιστημονική έρευνα. «Σήμερα είναι πια γνωστό σε όλους, διαβάζω σε κάποιο πνευματικό βιβλίο, ότι οι εικόνες που δεχόμαστε είναι ψευδαισθησιακές. Βλέπου-με, για παράδειγμα, ένα γραφείο και εκφράζουμε την άποψή μας γι’αυτό, ας πούμε πόσο ωραίο και καλοφτια-γμένο είναι. Όμως το γραφείο δεν είναι αυτό που βλέπου-με.Στην πραγματικότητα είναι ένα αναρίθμητο σύνολο από υποατομικά σωματίδια. Άλλο: Κοιτάζω ένα καταπράσινο δένδρο και εκφράζω τον ανυπόκριτο θαυμασμό μου για το υπέροχο χρώμα του. Και όμως, αυτό το χρώμα δεν υπάρχει. Είναι ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα κάποιων συχνοτήτων, το οποίον ο ανθρώπινος εγκέφαλος ερμηνεύει ως πράσινο χρώμα» [1]. Αν λοιπόν στη φύση υπάρχει αυτή η επικάλυψις των αντικειμένων, την οποία η επιστήμη κατορθώνει να αποκρυπρογραφήση, πολλώ μάλλον στην σφαίρα της πνευ-ματικής ζωής ο άνθρωπος, ο θεοφώτιστος άνθρωπος, ο χρι-στοποιημένος άνθρωπος, βλέπει τον κόσμο και τα κόσμου με «άλλο μάτι! Βλέπει δηλ. τα υπερκόσμια και τα αόρατα. Θεωρεί την δόξαν του Θεού, και κάτω από προϋποθέσεις, γίνεται θεόπτης! Με την προοπτική της αιωνιότητος, λοι-πον, τα εγκόσια πράγματα αλλάζουν νόημα, σχήμα και πε-ριεχόμενο! Γι’ αυτό η ζωή του ανθρώπου στη γη είναι όμορ-φη, μόνον αν και όταν οδηγή στην ουράνια Πατρίδα!
·
Ας δούμε τώρα μερικά πρακτικά συμπεράσματα αυ-της της παραδοχής. Κάτω από μια τέτοια προοπτική π.χ. ο βιολογικός θάνατος, δηλ. οι χωρισμός της ψυχής από του σώματος, παύει να είναι ένα τραγικό τέλος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας! Είναι απλώς η διαδικασία εισόδου μας στην υπερβατική πραγματικότητα. Είναι η θύρα διελεύσεώς μας στην πνευματική δημιουργία, στη χώρα του φωτός, των αγ-γέλων και των αγίων, στη Βασιλεία του Θεού! Γι’αυτό ακρι-βως στη χριστιανική ορολογία ο θάνατος αποκαλείται «εκ-δημία προς τον Κύριον». Ονομάζεται επίσης «κοίμησις», ο δε τόπος όπου αποτίθενται τα σώματα των κεκοιμημένων ονομάζεται «κοιμητήριον». Κοιμούνται, λοιπόν, τα σώμα-τα των νεκρών, μερικά μάλιστα ευωδιάζουν και καθίσταν-ται πηγή θαυματουργικών ιάσεων και πολλών άλλων θαυ-μασίων ενεργημάτων! Κοιμούνται τα σώματα των νεκρών μας, έστω κι’ αν λυώνουν, έστω και αν αποσυντίθενται! Αναμένουν το σάλπισμα του αγγέλου, οπότε «αναστή-σονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις», για να υποδεχθούν όλοι μαζί τον Βασιλέα της δόξης, ερχόμενον μετά δόξης! «Πάλιν δε ηχούσης της σάλπιγγος, νεκροί, ως εν συσσεισμώ, πάντες αναστήσονται προς την σην υπάντη-σιν, Χριστέ ο Θεός» [1].
Η κρυστάλλινη αυτή διδασκαλία της Εκκλησίας μας περί της εσχάτης ημέρας αναπτύσσεται με σαφήνεια από τον Απ. Παύλο στους Θεσσαλονικείς. «Ότι αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλλου και εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται απ’ ουρανού και οι νεκροί εν Χριστώ αναστή-σονται πρώτον· έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτώ αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα» [1]
·
Είμεθα, λοιπόν, ξένοι και παρεπίδημοι εν γη. Κα-τοικούμε σε έδαφος που δεν μας ανήκει. «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν»[1]. Είμεθα οδοιπόροι πάνω στη γη. Ούτε λοιπόν οι χαρές μπο-ρουν να μας αιχμαλωτίσουν, αλλ’ούτε και οι θλίψεις μπο-ρουν να μας καταβάλουν. Η σκέψη αυτή γίνεται αφετηρία μιας άλλης νοοτροπίας, δίνει νόημα σ’ ένα άλλο τρόπο ζω-ης. Όταν σκεφθής την παροδικότητα της παρούσης ζωής, τότε όλα αλλάζουν! Γίνεσαι δυνατός μπροστά στην αρρώστεια, στη θλίψη, την συκοφαντία, την αδικία, την κα-ταδίωξη, εφ’όσον όλα αυτά τα υπομένεις για την δόξα του Θεού, για την αγάπη του Κυρίου μας. «Λογίζομαι γαρ ότι ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς. Η γαρ αποκαραδοκία (=η μεγάλη λαχτάρα) της κτίσεως την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται»[1]. Θα καταφύγουμε και πάλι στους λόγους του Απ. Παύλου, ο οποίος διηγείται τα παθήματα μεγάλων μορφών της Εκκλησίας, οι οποίες μάλιστα δεν έλαβαν εισέτι τα βραβεία που τους ανήκουν! Μας περιμέ-νουν, για να μοιρασθούμε τη δόξα τους, «ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσιν». «Και τι έτι λέγω; επιλείψει γαρ με διηγού-μενον ο χρόνος περί Γεδεών, Βαράκ τε και Σαμψών και Ιε-φθάε, Δαυΐδ τε και Σαμουήλ και των προφητών, οι δια πι-στεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων,έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώ-θησαν από ασθενείας, εγεννήθησαν ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων (=ενίκησαν τα στρατεύ-ματα των εχθρών τους και τα έστρεψαν σε φυγή)· .... άλλοι δε ετυμπανίσθησαν, ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν· έτεροι δε εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόνω μαχαί-ρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς (=εφόρεσαν προβα-τοδέρματα αντί για ρούχα), εν αιγείοις δέρμασιν, υστερού-μενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κο-σμος, εν ερημίαις πλανώμενοι, και όρεσιν και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» [1].
·
· Είμεθα ξένοι, παροδικοί και πρόσκαιροι σ’αυτή τη ζωή. Όμως θα κερδίσουμε την αιωνιότητα, εάν και εφ’ όσον ζήσουμε θεοφιλώς, δηλ. ως ξένοι πάνω στη γη. Όσοι αγωνίζονται να κερδίσουν αυτό τον κόσμο, να κατακτήσουν όλα τα αγαθά, να απολαύσουν όσα τερπνά, να μεθύσουν από τις χαρές αυτής της ζωής δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού! Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά στον τρόπο αντι-μετωπίσεως της ζωής μεταξύ των πιστών στον Σωτήρα και Λυτρωτή Χριστό ανθρώπων και των άλλων, που δεν έχουν την δική μας «ελπίδα»[1]. Τελικά η ζωή της ευσεβείας είναι μια επικερδής επιχείρηση! Περιφρονώντας τα προσ-καιρα, κερδίζεις τα αιώνια! Περιφρονώντας τα γήϊνα, κερδί-ζεις τα ουράνια! Περιφρονώντας τα μάταια, κερδίζεις τα αληθινά. Περιφρονώντας τα γήϊνα, τα ανθρώπινα, τα ευτε-λη και ρευστά, κερδίζεις τα ουράνια, τα θεϊκά, τα πολύτιμα και αναλλοίωτα! «Η δε ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης» [1]. Τούτο είχαν κατανοήσει καλά οι άγιοι Μάρτυρες της αμωμήτου πίστεώς μας. Περιφρόνησαν την γη και εκέρδι-σαν τον ουρανό! Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο και ο ιερός υμνωδός τους χαρακτηρίζει «καλούς εμπόρους»! «Ω, της καλής υμών πραγματείας Άγιοι! ότι αίματα εδώκατε και ουρανούς εκληρονομήσατε, και προς καιρόν πειρασθέντες, αιωνίως αγάλλεσθε· όντως καλόν υμών το εμπόρευμα! Φθαρτά γαρ καταλιπόντες, τα άφθαρτα απελάβετε, και συν Αγγέλοις χορεύοντες, υμνείτε απαύστως Τριάδα ομοού-σιον» [1].
Ώστε, τελικώς, η χριστιανική ζωή είναι μια επένδυση ζωής, μάλιστα δε η πιο μεγάλη, η πιο σπουδαία και η πιο σταθερή. Μόνον έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε την βαθύτερη έννοια του παρα-πάνω τροπαρίου, το οποίον ομιλεί για «εμπόρευ-μα» στην ανεπανάληπτη και μεγαλειώδη φράση «όντως καλόν υμών το εμπόρευμα». Στην εκκλη-σιαστική υμνογραφία οι όροι «έμπορος», «μεγαλέ-μπορος» και «εμπόρευμα» αποκτούν μία εσωτερι-κη και βαθύτερη έννοια. Χρησιμοποιούνται, όχι μαλσιτα και τόσο σπάνια, για να τονισθή η σημα-σία του «ευσεβώς και εναρέτως ζην». Με μια εκού-σια θυσία αφαιρούμε αγαθά από την παρούσα ζωή και τα μεταφέρουμε στην επέκεινα του τάφου πρα-γματικότητα, όπου αυτά αποκτούν και προσλαμβάνουν μια προστιθέμενη αξία. Το δοξαστικό του εσπερινού κατά την εορτή της αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας διαπνέται από την έννοια αυτή. «Πατρίδα, γένος, ύπαρξιν καταλιπούσα, Βαρβάρα,.....Θεόν ηγάπησας...και γέγονας μεγαλέμπορος....»[1], ψάλλει ο ιερός υμνογράφος. Επαλη-θεύονται και δια του τρόπου αυτού οι λόγοι του Αποστόλου Παύλου προς την μαθητήν του Τιμό-θεον: «γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν· η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον ωφελιμός εστίν, η δε ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης»[1].
·
1. Όταν σκεφθής την παροδικότητα της παρούσης ζωής, τότε όλα αλλάζουν! Ας δούμε τώρα μερικά ακόμη πρακτικά συμπεράσματα αυτής της παραδοχής. Κάτω από την προοπτική της αιωνιότητος:
2. Το σώμα μας είναι κατοικήριο του αγίου Πνεύματος και εργαλείο της ψυχής
3. Ο «άλλος» είναι αδελφός μας και όχημα της σωτη-ρίας μας.
4. Τα αγαθά της ζωής είναι για χρήση, όχι για κατά-χρηση.
5. Το περιβάλλον είναι κήπος του Θεού, τον οποίο οφεί-λουμε να συντηρούμε και να σεβώμεθα.
6. Η ζωή δεν είναι αυτοσκοπός. Καθαγιάζεται με την αγάπη, την θυσία και την αυτοθυσία.
7. Τα πλούτη δεν είναι δικά μας. Ανήκουν στην κοινό-τητα. Ο Θεός μας ετοποθέτησε διαχειριστές του πλούτου.
8. Η αληθινή αποταμίευση του πλούτου γίνεται στην τράπεζα του Ουρανού.
9. Ο,τι πράττουμε στο όνομα του Κυρίου, θα έχη αντί-κρυσμα και ανταπόδοση στον Ουρανό!
10. Αληθινή ελευθερία είναι η υπακοή και η ολοκληρω-τική υποταγή στο θέλημα του Κυρίου.
11. Είμαστε ακτήμονες πάνω στη γη, όχι όμως και άπο-ροι! Ο θησαυρός μας ευρίσκεται στον Ουρανό! .
12. Είμαστε πάροικοι στη γη, όχι όμως και ορφανοί!
13. Είμαστε μόνοι πάνω στη γη, όχι όμως και απροστά-τευτοι!
Είμαστε ξένοι στη γη, όχι όμως και μόνοι!

Αμφιβάλλετε, αδελλφοί μου; Ιδού τι μας λέγει ο Κύριος:
«Εγώ πατήρ, φησίν ο Χριστός, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλης εγώ· μηδενός εν χρεία κατα-στης. Εγώ και δουλεύσω· ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακο-νηθήναι. Εγώ και φίλος, και μέλος, και κεφαλή, και αδελ-φος και αδελφή, και μήτηρ, πάντα εγώ· μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σε, και αλήτης δια σε, επί σταυρού δια σε, επί τάφου δια σε· άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πα-τρι, κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός. Πάντα μοι συ, και αδελφός, και συγκληρονόμος, και φίλος, και μέλος. Τι πλέον θέλεις; » [1]
3
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ «ΞΕΝΟΣ»
Προσεγγίσαμε δι’ολίγων την έννοια «ξένος» κάτω από μια θεολογική θεώρηση. Είμαστε περαστικοί, είμαστε εν κι-νήσει, σε ξένο τόπο ένεκα της αφροσύνης μας. Εδώ, στον τόπο της εξορίας μας και της οδύνης μας, χρώμενος άκραν συγκατάβασιν, μας επεσκέφθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός! Ήλθεν ως ο Μεγάλος Ευ-εργέτης και ο κόσμος Τον εσταύρωσε! Η εποχή Του δεν τον δέχθηκε! Έμεινε λοιπόν ο Μεγάλος «Ξένος»! «Εν τω κόσμω ην ...και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» αναφωνεί με πικρό παράπονο ο ευαγγελιστής Ιωάννης [1].

Αδελφοί μου,
Δοκιμάζω μεγάλη χαρά, διότι η φιλανθρωπία του Κυρίου μας μας αξιώνει να συναντώμεθα και πάλι στην Αίθουσά μας για την ακρόαση του θείου λόγου. Προσπά-θησα να σας μεταδώσω το μήνυμα, ότι είμαστε μετανάστες σε ξένη γη! Όταν χάσαμε τον Κήπο της Εδέμ, τον Παράδει-σο, μας πέταξαν στη γη, την κοιλάδα του κλαυθμώνος! Πρέπει, λοιπόν, να ζούμε σαν ξένοι και να πορευώμεθα προς την ουράνια Πατρίδα. «Ξένος τόκον ιδόντες, ξενωθώ-μεν του κόσμου»!
Θά μου επιτρέψετε να επισφραγίσω τώρα την ταπεινή προσφορά μου με ένα απόσπασμα από τον λόγο του αγίου Επιφανίου, αρχιεπισκόπου Κύπρου (4ος - 5ος αι.), στη θεόσω-μη ταφή του Κυρίου, που αρχίζει και επαναλαμβάνει την φράση: «δος μοι τούτον τον ξένον»:
Ο αγ.Επιφάνιος φαντάζεται τον Ιωσήφ την ώρα, που προσ-έρχεται προς τον Πιλάτον [1] για να ζητήση το πανα-κήρατο Σώμα του Ιησού προς ενταφιασμό, και βάζει στο στόμα του τα εξής υπέροχα λόγια: «Αλλά τι; Αίτησίν τινα οικτράν, ω κριτά, και τοις πάσι μικράν αιτούμενος προς σε παραγέγονα· δος μοι νεκρόν προς ταφήν το σώμα εκείνου, του παρά σου κατακριθέντος Ιησού του Ναζωραίου, Ιησού του πτωχού, Ιησού του αοίκου, Ιησού του γυμνού, Ιησού του ευτελούς, Ιησού του τέκτονος υιού, Ιησού του δεσμίου, Ιησού του αιθρίου, Ιησού του ξένου και επί ξένοις αγνωρί-στου και ευκαταφρονήτου και επί πάσι κρεμαμένου. Δος μοι τούτον τον ξένον· τι γαρ σε λοιπόν ωφελεί το σώμα αυτού; Δος μοι τούτον τον ξένον· εκ μακράς γαρ ήλθε της χώρας ώδε, ίνα σώση τον ξένον. Δος μοι τούτον τον ξένον· κατήλθε γαρ εις γην σκοτεινήν ανενέγκαι τον ξένον. Δος μοι τούτον τον ξένον· αυτός γαρ και μόνος υπάρχει ξένος. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος την χώραν αγνοούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον Πατέρα αγνο-ούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον το-πον και τον τόκον και τον τρόπον αγνοούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ξένην ζωήν και βίον ζήσαντα επί ξένης. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον μη έχοντα ώδε που την κεφαλήν κλίνη. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ως ξένον επί ξένης άοικον και επί φάτνης τεχθέντα. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτής της φάτνης ως ξένον εξ Ηρώδου φυγόντα. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτών των σπαργάνων εν Αιγύπτω ξενωθέντα. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ου πόλιν, ου κώμην, ουκ οίκον, ου μονήν, ου συγγενή, επ’ αλλοδαπής δε χώρας την οίκησιν έχοντα και τα πάντα κατέχοντα» [1].
Περισσότερο «Ξένος» από όλους μας, από όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και όλων των αιώνων υπήρ-ξεν ο Χριστός μας. Το κακό είναι ότι ακόμη και σήμερα για πολλούς παραμένει ξένος και άγνωστος!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Άρχισα την ταπεινή ομιλία μου με ένα ερώτημα, που δανείσθηκα από τον Όμηρο:
«Ξένε, μια πρώτη έχω ερώτηση, που απόκριση γυρεύει· ποιός είσαι κι από που; τα ρούχα που φορείς ποιός σου τα χάρισε;»
Στο ερώτημα αυτό ο καθένας μας πρέπει να δώση την δική του προσωπική απάντηση. Ευτυχής όποιος θα δυνηθή να απαντήση: «Κύριε, δεν με γνωρίζεις; Δούλός σου, είμαι! Αμαρτωλός και ανάξιος, αλλά δούλός Σου! Δεν λάτρεψα άλλο Θεό, δεν αγάπησα άλλο Κύριο! [1] Παιδί Σου είμαι, άτα-κτο ίσως, αλλά παιδί Σου. Συ μου έδωσες τη ζωή. Συ με ε-θρεψες με το Σώμά Σου και το Αίμά Σου. Συ με εδίδαξες τα δικαιώματά Σου.
Κι’ εγώ, αγωνίσθηκα να τα εφαρμόσω, να τα βιώσω. Εσταύρωσα τον εαυτό μου, εσήκωσα το σταυρό μου για τη δική Σου αγάπη. Και τα ρούχα, τα οποία φορώ, δικά Σου ει-ναι κι’ αυτά! «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενε-δύσασθε»! Εγώ Σε εφόρεσα! Έγινα χριστιανός, ορθόδοξος, μέλος της Εκκλησίας Σου και πολίτης της Βασιλείας Σου! Δέξαι με και ελέησόν με! Μακρυά από Σένα και χωρίς Εσέ δεν μπορώ να ζήσω. Ελέησόν με. Μνήσθητί μου εν τη Βασι-λεία Σου» Αμήν.


Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007
Αίθουσα Ομιλιών της Ιεράς Μητροπόλεως.