Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ
ΟΜΙΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΤΑΛΑΝΤΑ
«Πρόσεξε δε ότι παντού δεν απαιτεί αμέσως αυτά που εμπιστεύθηκε. Διότι στην παραβολή του αμπελώνα (Ματθ. 21, 33), αφού τον παρέδωκε στους γεωργούς, αποδήμησε. Και εδώ εμπιστεύθηκε τα τάλαντα και αποδήμησε. Για να μάθεις από αυτό τη μακροθυμία Του.

Εγώ δε, νομίζω ότι λέγοντας αυτά, υπονοεί και την Ανάσταση. Μόνο που εδώ, δεν αναφέρονται πλέον γεωργοί και αμπελώνας, αλλά όλοι είναι εργάτες. Διότι δεν αναφέρεται μόνο στους άρχοντες, ούτε στους Ιουδαίους, αλλά σε όλους. Και εκείνοι μεν που προσφέρουν, ομολογούν με ευγνωμοσύνη και τα δικά τους, αλλά και όσα τους έδωσε ο Δεσπότης. Έτσι, ο μεν ένας λέει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μου έδωσες», ο δε άλλος λέει «δύο», δείχνοντας ότι από Εκείνον πήραν το κεφάλαιο της εργασίας τους, και Του αναγνωρίζουν μεγάλη χάρη, και αποδίδουν το παν σ’ Αυτόν. Τι λέει λοιπόν ο Δεσπότης; «Εύγε, δούλε καλέ» (διότι αυτό είναι το χαρακτηριστικό του αγαθού, το να βλέπει στον πλησίον) «και πιστέ· σε λίγα φάνηκες πιστός, σε πολλά θα σε εγκαταστήσω. Μπές στη χαρά του Κυρίου σου», φανερώνοντας με την απάντηση όλη τη μακαριότητα.
Δεν μιλάει όμως και ο άλλος έτσι, αλλά πώς; «Γνώριζα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος και ότι θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και μαζεύεις εκεί όπου δεν σκόρπισες. Και επειδή φοβήθηκα, έκρυψα το τάλαντό σου. Ορίστε, πάρε πίσω αυτό που είναι δικό σου». Τι του απαντά λοιπόν ο Δεσπότης; «Έπρεπε να βάλεις τα χρήματά σου στους τραπεζίτες», δηλαδή, έπρεπε να μιλήσει, να παραινέσει, να συμβουλέψει. Αλλά δεν πείθονται; Αυτό δεν αφορά εσένα. Τι θα μπορούσε να γίνει περισσότερο λογικό από αυτό;
Οι άνθρωποι όμως δεν κάνουν έτσι, αλλά καθιστούν υπεύθυνο του απαιτουμένου εισοδήματος τον ίδιον τον δανειστή τους. Αυτός όμως δεν ενεργεί έτσι, αλλά λέει ότι συ έπρεπε να πληρώσεις και να μου επιστρέψεις το απαιτούμενο κέρδος. «Και εγώ θα τα έπαιρνα πίσω με τόκο»· τόκο εννοώντας την επίδειξη των έργων. Συ έπρεπε να κάνεις το ευκολώτερο και να αφήσεις το δυσκολώτερο σε μένα. Επειδή λοιπόν δεν το έκανε αυτό, λέει: «Πάρτε το τάλαντο από αυτόν και δώστε το σ’ εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα, διότι σ’ εκείνον που έχει θα δοθούν και άλλα, και θα περισσέψουν. Όμως από εκείνον ο οποίος δεν έχει, θα του αφαιρεθεί και αυτό που έχει».


Ας μιλήσουμε λοιπόν έτσι, ώστε από την ομιλία μας να γίνωνται φανερά τα λόγια του Χριστού. Διότι δεν λέω τα λόγια του Χριστού, αν πω μόνο «σήκω και περπάτησε» (Πραξ. 3, 6), ούτε αν πω «Ταβιθά σήκω» (Πραξ. 9, 40). Αλλά πολύ περισσότερο, όταν, ενώ με βρίζουν, ευλογώ. Ενώ με απειλούν, προσεύχομαι υπέρ εκείνου που με απειλεί (Ματθ. 5, 44). Άλλοτε μεν λοιπόν έλεγα, ότι η γλώσσα μας είναι χέρι, το οποίο ακουμπά τα πόδια του Θεού. Τώρα όμως με πολλή επίταση λέω, ότι η γλώσσα μας είναι γλώσσα, που μιμείται τη γλώσσα του Χριστού, όταν βέβαια δείχνει την προσοχή που χρειάζεται, όταν λέμε όσα Εκείνος θέλει. Ποιά δε είναι αυτά που Εκείνος θέλει να λέμε; Είναι τα γεμάτα επιείκεια και πραότητα λόγια. Όπως λοιπόν μιλούσε και Εκείνος, λέγοντας σ᾽ αυτούς που Τον ύβριζαν: «Εγώ δεν έχω δαιμόνιο» (Ματθ. 11, 18), και αλλού: «Αν μίλησα κακώς, ομολόγησε το καλό που είπα» (Ιω. 18, 23). Αν έτσι μιλάς και συ, αν μιλάς αποβλέποντας στη διόρθωση του πλησίον, έχεις γλώσσα, που μοιάζει με τη γλώσσα του Χριστού.
Και αυτά τα λέει ο Ίδιος ο Θεός, με το να λέει: «αυτός που βγάζει έντιμο από ανάξιο, είναι σαν στόμα μου» (Ιερ. 15, 19). Όταν λοιπόν η γλώσσα σου είναι όπως η γλώσσα του Χριστού, και το στόμα σου γίνει στόμα του Πατέρα, και είσαι ναός του Αγίου Πνεύματος, τότε με ποιά τιμή θα μπορούσε να συγκριθεί αυτή; Διότι ούτε εάν το στόμα σου ήταν φτιαγμένο από χρυσάφι, ούτε αν ήταν από πολύτιμους λίθους, θα έλαμπε τόσο, όπως λάμπει τώρα, πού φωτίζεται από τον κόσμο της επιείκειας. Διότι, τι είναι πιο ποθητό, από ένα στόμα που δεν ξέρει να βρίζει, αλλά έχει μάθει να ευλογεί και να καλομιλάει; Αν δε, δεν ανέχεσαι να ευλογείς εκείνον που σε καταριέται, τότε σιώπα, και αυτό κάμε το στην αρχή. Έπειτα βαδίζοντας στήν οδό και προσέχοντας, θα φτάσεις και σ᾽ εκείνο και θ’ αποκτήσεις στόμα τέτοιο, σαν αυτό που αναφέραμε προηγουμένως.

Και μη νομίσεις πως είναι τολμηρό αυτό που είπα. Διότι ο Δεσπότης είναι φιλάνθρωπος και αυτό θα σου δοθεί σαν δώρο της αγαθότητάς Του. Τολμηρό είναι να έχει στόμα που να μοιάζει στο διάβολο, να έχει γλώσσα όμοια με του πονηρού δαίμονα, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνος ο οποίος συμμετέχει σε τόσο μεγάλα μυστήρια και κοινωνεί την ίδια τη Σάρκα του Δεσπότου. Έχοντας λοιπόν στο νου σου αυτά, γίνε όπως ταιριάζει σε Εκείνον όσο μπορείς. Όταν λοιπόν γίνεις όμοιος με Αυτόν, δεν θα μπορέσει ο διάβολος πλέον να σε αντιμετωπίσει. Επειδή θα διακρίνει στη μορφή σου, το χαρακτήρα τον βασιλικό. Γνωρίζει τα όπλα του Χριστού, με τα οποία ηττήθηκε. Και ποια είναι αυτά; Η επιείκεια και η πραότητα. Διότι, όταν κατά τους πειρασμούς τον τιμώρησε στο όρος και τον επέπληξε (Ματθ. 4, 1-11), δεν ήταν γνωστό, ότι ήταν ο Χριστός, αλλά τον έδιωξε με τα λόγια μόνο. Τον νίκησε με την επιείκεια, τον κατατρόπωσε με την πραότητα. Αυτό κάνε και συ. Όταν δείς άνθρωπο ο οποίος έγινε διάβολος και σε πλησιάζει, έτσι νίκησέ τον και συ. Σου έδωσε ο Χριστός τη δύναμη να Του μοιάσεις, όσον εξαρτάται από σένα. Μη φοβηθείς ακούοντας αυτό το λόγο. Φόβος είναι, να μη γίνεις όπως εκείνος. Μίλησε λοιπόν όπως Εκείνος και Του έμοιασες σ᾽ αυτό, στα ανθρώπινα βέβαια μέτρα. Γι᾽ αυτό είναι ανώτερος εκείνος που μιλά έτσι, παρά εκείνος που προφητεύει. Διότι η μεν προφητεία είναι χάρισμα. Ενώ εδώ, το να μιλάς δηλαδή όπως ο Χριστός, χρειάζεται και κόπος δικός σου και ιδρώτας. Δίδαξε τη ψυχή σου, να σου διαπαιδαγωγήσει το στόμα έτσι, που να μοιάζει με το στόμα του Χριστού. Γιατί μπορεί, αν θέλει, και αυτό να κατορθώσει. Γνωρίζει τον τρόπο, αν δεν είναι ράθυμη. Και πως φτιάχνεται τέτοιο στόμα; Με ποια χρώματα; Με ποιο υλικό; Με κανένα υλικό βέβαια και χρώμα, παρά μόνο με αρετή και επιείκεια και ταπεινοφροσύνη.Ας δούμε πως γίνεται και το στόμα του διαβόλου, για να μη φτιάξουμε ποτέ κάτι τέτοιο. Πώς φτιάχνεται λοιπόν; Με κατάρες, με βρισιές, με βασκανίες, με επιορκίες. Διότι όταν κάποιος χρησιμοποιεί τα λόγια του διαβόλου παίρνει και τη γλώσσα του. Ποιά λοιπόν συγχώρηση θα έχουμε, ή μάλλον ποιά τιμωρία δεν θα υποστούμε, όταν επιτρέπουμε στη γλώσσα, με την οποία αξιωθήκαμε να γευθούμε τη Σάρκα του Δεσπότη Χριστού, να χρησιμοποιεί λόγια του διαβόλου; Ας μη της επιτρέψουμε λοιπόν, αλλά ας καταβάλουμε κάθε προσπάθεια να την εκπαιδεύσουμε να μιμείται το Δεσπότη της. Διότι αν αυτό τη διδάξουμε, με πολλή παρρησία θα μας τοποθετήσει στο Βήμα του Χριστού. Αν κανένας δεν γνωρίζει να μιλά έτσι, ούτε ο Κριτής θα τον ακούσει. Γιατί όπως, όταν συμβεί να είναι Ρωμαίος ο δικαστής, δεν θα καταλάβει τι λέει εκείνος που απολογείται, και δεν γνωρίζει να μιλά Ρωμαϊκά, έτσι και ο Χριστός. Αν δεν μιλάς με το δικό Του τρόπο, δεν θα σε ακούσει, ούτε θα σε προσέξει.Ας μάθουμε λοιπόν να μιλάμε έτσι, όπως συνήθισε να ακούει ο Βασιλιάς ο δικός μας. Ας προσπαθήσουμε να μιμούμαστε την γλώσσα εκείνη. Και αν βρεθείς σε πένθος, πρόσεχε να μη σου διαστρεβλώσει το στόμα η μεγάλη λύπη, αλλά να μιλήσεις, όπως ο Χριστός. Διότι πένθησε και Αυτός τον Λάζαρο (Ιω. 11, 33-35) και τον Ιούδα. Αν βρεθείς σε φόβο, φρόντισε πάλι να μιλήσεις όπως Εκείνος. Διότι βρέθηκε και Αυτός σε φόβο για σένα “κατ᾽ οικονομίαν”. Πες και συ: «Ας μη γίνει όμως το θέλημά μου, αλλά το δικό σου» (Λουκ. 22, 42). Και όταν κλαις, δάκρυσε ήρεμα, όπως Εκείνος. Και όταν βρεθείς σε σκευωρίες και λύπη, και αυτά να τα αντιμετωπίσεις όπως ο Χριστός. Διότι και μηχανορραφίες αντιμετώπισε, και λυπήθηκε, αλλά είπε: «Η ψυχή μου είναι λυπημένη μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Και σου χάρισε όλα τα υποδείγματα, για να τα τηρείς “ως μέτρον” και να μη καταστρατηγείς τους κανόνες, που σου έχουν δοθεί. Έτσι, θα μπορέσεις να έχεις στόμα, όμοιο με το στόμα Εκείνου. Έτσι, ενώ θα βαδίζεις πάνω στη γη, θα δείχνεις σε μας, γλώσσα όμοια με τη γλώσσα Εκείνου, που βρίσκεται στον ουρανό, διατηρώντας το μέτρο στη λύπη , στην οργή, στο πένθος, στην αγωνία. Πόσοι από σας είναι εκείνοι που επιθυμούν να δουν τη μορφή Του;


Να λοιπόν, ότι είναι δυνατόν όχι μόνο να Τον δούμε, αλλά και να γίνουμε όμοιοι με Αυτόν, αν προσπαθήσουμε. Ας μη αναβάλλουμε λοιπόν. Διότι δεν αγαπά τόσο το στόμα των προφητών, όσο εκείνο των επιεικών και πράων ανθρώπων. «Πολλοί», λέει, «θα μου πουν: Δεν προφητεύσαμε στο όνομά Σου; Και εγώ θα τους πω: Δεν σας γνωρίζω» (Ματθ. 7, 22). Το δε στόμα του Μωϋσή, επειδή ήταν πολύ επιεικής και πράος (διότι «ο Μωϋσής», λέγει, «ήταν άνθρωπος πράος περισσότερο από όλους τους ανθρώπους της γης» (Αριθμ. 12, 3), τόσο πολύ το αγαπούσε, ώστε να πει: «μιλούσε από πολύ κοντά, στόμα με στόμα, όπως μιλά ένας φίλος με το φίλο του» (Εξ. 33, 11 καί Αριθμ. 12, 8). Δεν θα δίνεις εντολές στους δαίμονες τώρα, αλλά θα διατάσσεις τότε εκεί το πυρ της γεέννης, αν βέβαια έχεις το στόμα σου όμοιο με το στόμα του Χριστού. Θα διατάσσεις την άβυσσο του πυρός και θα λες: «Σιώπα φιμώσου» (Μαρκ. 4, 39), και με πολλή παρρησία θα ανέβεις στους ουρανούς και θα απολαύσεις τη βασιλεία, την οποία, είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τη Χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίον ανήκει, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, η δόξα, η δύναμη, η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνας των αιώνων. Αμήν».